Ενδιαφέροντα links

Πως πήδηξα την κουνιάδα μου

Η κουνιάδα μου είναι ώριμη (έχει μεγάλη διαφορά ηλικίας από τη γυναίκα μου), γύρω στα πενήντα, αλλά είναι ανοιχτός άνθρωπος και ανοιχτή σε πολλά, όπως θα διαπιστώσετε αργότερα.

Από την πρώτη φορά που τη γνώρισα, ένιωσα μια έλξη γι’ αυτήν. Βέβαια ούτε μου πήγαινε στο μυαλό να κάνω κάτι (ήμουν κι εγώ φρέσκος στην οικογένειά τους). Παντρεμένη με παιδί το οποίο πάντρεψε.

Πολλές φορές άκουγα τη γυναίκα μου να λέει ότι η αδερφή της παραπονιέται για τη ζωή της, γιατί παντρεύτηκε μικρή έναν άντρα τον οποίο δεν αγαπούσε και δεν έζησε όπως αυτή ήθελε τη ζωή της αντίθετα με την αδερφή της, κι άλλα πολλά. Κι έφτασε η στιγμή που μου μίλησε και μένα για τη ζωή της. Εγώ της συμπαραστεκόμουν κι έκανα τον αδιάφορο.

Μια μέρα όμως που είχαμε ανέβει στο χωριό για τις διακοπές πήγα στο σπίτι να τους δω. Χτύπησα το κουδούνι αλλά δεν απάντησε κανείς. Στην εξώπορτα υπήρχε το κλειδί κι έτσι άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Κανείς δεν ακουγόταν και είπα να περιμένω στο σαλόνι. Εκεί που περίμενα κάποια στιγμή άκουσα μια φωνή. Λέω δεν πάω να δω. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας κλειστή.

Κοιτώ από την κλειδαρότρυπα και τι να δω; Την Κ. να μαλακίζεται στο κρεβάτι της με ένα μακρύ παλούκι στο οποίο είχε βάλει πάνω ένα προφυλακτικό. Μόλις είδα αυτήν την εικόνα αμέσως άναψα. Τρελάθηκα από αυτό και με σιγανά βήματα έφυγα πριν με καταλάβει. Όταν επέστρεψα στο σπίτι που μέναμε. Το μυαλό μου ήταν σ’ αυτήν την εικόνα. Την επομένη πήγα στο σπίτι για καφέ. Με υποδέχτηκε με χαρά. Της λέω:

-    «Πέρασα και χθες αλλά δε βρήκα κανέναν. Άνοιξα την πόρτα αλλά δεν ήταν κανένας μέσα. Πρέπει να ξεχάσατε την τηλεόραση ανοιχτή γιατί ακούγονταν φωνές».

Μόλις το άκουσε αυτό ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Ψύχραιμα μου λέει:

-    «Καλά που μου το είπες να μην ξεχνάω».

Όμως είχε καταλάβει ότι κάτι είχα ψυλλιαστεί. Μετά από μερικές μέρες πήγα και πάλι μια βόλτα προς τα ‘κει. Με υποδέχτηκε αυτή, ο άντρας της ως συνήθως έλειπε. Μιλήσαμε για πολλά πράγματα. Μετά μου είπε να την πάω στην πόλη για να ψωνίσει. Πήγαμε σε ένα πολυκατάστημα και μου έκανε δώρο ένα άρωμα. Μου λέει:

-    «Μην το πεις στην αδερφή μου ότι σου πήρα ένα τέτοιο ακριβό δώρο. Ούτε στον άντρα μου δεν έχω πάρει κάτι τέτοιο».

Εγώ τότε πήγα στα εσώρουχα και της πήρα ένα σετάκι (σουτιέν, κιλότα και ζαρτιέρες) και της λέω:

-    «Μην πεις σε κανέναν για το δώρο που σου πήρα».

Αυτή συμφώνησε και μετά την πήγα στο σπίτι. Όταν την επόμενη μέρα πήγα στο σπίτι για καφέ, μιλούσαμε γενικά και αόριστα. Δεν είπε τίποτα για το δώρο μου. Τότε αποφάσισα να πάρω την πρωτοβουλία των κινήσεων. Τη ρώτησα αν της άρεσε το δώρο μου κι εκείνη μου είπε ότι δεν τα φοράει αυτά γιατί δεν είναι του γούστου της. Της λέω:

-    «Τα δοκίμασες;»

Κι εκείνη μου απαντά:

-    «Αυτή τη στιγμή τα φοράω».

Η καρδιά μου πήγε να σπάσει αλλά μείναμε έτσι για λίγο χωρίς να μιλάμε. Μετά η Κ. είπε ότι θα ανέβει λίγο στη σοφίτα για να ψήσει κάποια φαγητά και μου είπε αν θέλω να καθίσω ή αν θα φύγω. Εγώ της είπα ότι θα φύγω και τελικά έφυγα. Έκανα μερικές βόλτες εκεί γύρω και μετά αποφάσισα να πάω πάλι πίσω να τελειώνει μια και καλή αυτή η ιστορία.

Στην αρχή μπήκα στο διαμέρισμα να δω αν ήταν εκεί. Δεν την βρήκα. Ανέβηκα σιγά - σιγά τα σκαλιά για να μη με καταλάβει. Είχε ένα μικρό παραθυράκι στη βάση της σοφίτας. Έσκυψα για να δω. Αυτή μαγείρευε. Επειδή την έβλεπα από κάτω είδα το καλσόν που της είχα αγοράσει. Κατέβηκα κάτω και τη φώναξα. Βγήκε και της είπα ότι ξέχασα τα κλειδιά μου γι’ αυτό ξαναγύρισα. Και μου είπε με ένα ύφος:

-    «Εντάξει, πάρτα και φύγε!», και πήγε πάλι πίσω στη σοφίτα.

Όταν είδα αυτήν την αντίδραση κατάλαβα ότι ήρθε η στιγμή να κάνω αυτό που πρέπει. Πήγα σιγά από πίσω της χωρίς να με καταλάβει και της χουφτώνω τα κωλομέρια. Ένα αχ! βγαίνει εκείνη τη στιγμή από το στόμα της σαν να ήξερε ότι θα το κάνω αυτό. Της σηκώνω τη φούστα και αποκαλύπτεται το σετάκι που της είχα πάρει. Την κολλάω σε ένα τοίχο, της σκίζω την κιλότα και της κάνω γλειφομούνι.

Εκείνη τρελαίνεται. Αρχίζει να βογκάει πολύ. Είχε πολλά χρόνια να γαμηθεί. Για ένα τέταρτο περίπου συνεχίζω το μαρτύριο γι’ αυτήν. Μου λέει κάποια στιγμή:

-    «Γάμησε με! Δεν αντέχω άλλο…»

Την ξαπλώνω πάνω σε κάτι κουβέρτες που είχε και της τον βάζω. Η καύλα ης είναι απερίγραπτη. Μου λέει:

-    «Γάμησε με πιο πολύ! Άνοιξέ με!»

Κι εγώ συνεχίζω να την καρφώνω. Σε λίγο μου λέει ότι χύνει και ξεκαυλώνει εντελώς. Εγώ όμως δεν είχα χύσει και της λέω ότι θέλω να χύσω στο στόμα της. Αυτή μου λέει ότι δεν έχει ξανακάνει κάτι τέτοιο. Όμως ενδίδει και σε λίγο το μόριό μου βρίσκεται στο στόμα της. Είναι μια πίπα μιας πρωτάρας, όμως επειδή σκέφτομαι ότι παίρνω την παρθενιά του στόματός της, καυλώνω ακόμη περισσότερο κι αρχίζω να χύνω ατελείωτα. Της κρατώ το κεφάλι και τα καταπίνει χωρίς να φέρει την παραμικρή αντίσταση. Μόλις τελειώνουμε αυτή πηγαίνει προς το φαγητό για να το δει.

-    «Ευτυχώς δεν κάηκε!», μου λέει και το βγάζει από το φούρνο.

-    «Μετά από αυτό το γαμήσι, για το φαγητό ενδιαφέρεσαι;», της λέω.

-    «Ήταν ένα πολύ ωραίο γαμήσι αλλά έχω και οικογένεια…», μου λέει.

Τότε κατάλαβα τι χαρακτήρας ήταν. Την αρπάζω από το μαλλί την ακουμπάω πάνω στο πάγκο και της λέω ότι ήρθε η ώρα να σου ανοίξω τον κώλο. Αυτή μου είπε ότι φοβάται κι ότι δεν το έχει ξανακάνει κι ότι είναι επικίνδυνο. Με σπρώχνει προς τα πίσω για να ελευθερωθεί, όμως την βουτάω ξανά και της ανοίγω τα κωλομέρια. Αντιδρά στην αρχή αλλά σιγά - σιγά παίζοντας με την κωλότρυπα της γλυκαίνεται. Μου λέει:

-    «Σιγά να μην με ξεκωλιάσεις!»

Και της τον χώνω μετά από καλό γλείψιμο και λίπανση στο κώλο της. Στην αρχή της αρέσει και μου λέει:

-    «Συνέχισε…»

Όταν όμως αρχίζω να βαράω κασμά, τότε μου λέει:

-    «Σταμάτα! Σε παρακαλώ, πονάω! Μη! Όχι άλλο…!»

Όσο μου λέει τέτοια, τόσο πιο πολύ την ξεκωλιάζω. Παρακαλώ να αργήσω να χύσω για να την ξεκωλιάσω τελείως να μην μπορεί να καθίσει. Περίπου ένα τέταρτο κράτησε το μαρτύριό της και μετά έχυσα μέσα στην κωλάρα της. Αυτή με έσπρωξε και μου είπε:

-    «Τι κάνεις ρε μαλάκα; Θες να με σκοτώσεις;»

Τότε της είπα:

-    «Να θυμάσαι ότι ο άντρας σου δεν σου πήρε καμιά παρθενιά, ενώ εγώ σου πήρα δυο».

Δεν μίλησε. Σηκώθηκα κι έφυγα με μεγάλη ικανοποίηση. Μετά από αυτό που συνέβη στο χωριό, έπειτα από τρεις περίπου μήνες η κουνιάδα μου ήρθε με τον άντρα της στην Αθήνα για κάτι δουλειές και για να μας δουν. Σα να μην τρέχει τίποτα όλα ήταν καλά. Μια μέρα μου λέει να βγούμε έξω βόλτα (ο άντρας της είχε πάει για τις δουλειές του). Συμφωνώ και βγαίνουμε έξω. Μου λέει:

-    «Θυμάσαι τι γαμήσι κάναμε πάνω;»

-    «Ναι!»

-    «Πάμε σε ένα ξενοδοχείο;»

Συμφωνώ και πηγαίνουμε στο ξενοδοχείο. Η πίπα της είχε βελτιωθεί τον ρουφούσε πάρα πολύ αριστοτεχνικά. Για να μην πολυλογώ μου έδωσε όλες τις τρύπες της. Μετά από αυτό τη ρώτησα πως βελτιώθηκε τόσο πολύ σε σχέση με τη φορά εκείνη που είχαμε βρεθεί και μου είπε το κορυφαίο:

-    «Με άνοιξαν κι άλλοι στο χωριό πριν έρθω εδώ».

Με χαιρέτησε κι έφυγε.
041.jpg
Σταθερά 2,46 Κινητά 2,89 €/1'
TopTelecom