Αποποίηση ευθυνών: Όλα τα κείμενα της κατηγορίας, είναι έργα μυθοπλασίας!

Όλα τα κείμενα της κατηγορίας είναι έργα μυθοπλασίας, ανεξάρτητα από το αν ο κάθε συγγραφέας ισχυρίζεται το αντίθετο για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα όσα γράφει. Ονόματα, χαρακτήρες, επιχειρήσεις, τόποι, γεγονότα και περιστατικά, είτε είναι προϊόντα της φαντασίας του συγγραφέα ή τα χρησιμοποιεί για να αποδώσει τα όσα φαντάστηκε. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή πραγματικά γεγονότα, είναι καθαρά συμπτωματική. ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΤΕ ΝΑ ΜΙΜΗΘΕΙΤΕ στην πραγματική ζωή όσα διαβάζετε!

Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς του 2000. Ήτοι 31 Δεκεμβρίου 1999 και ημέρα Παρασκευή. Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού του πλανήτη πίστευε πως θα έμπαινε η νέα χιλιετία. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι μαθηματικά άτοπο, αλλά θα έπαιρνε καιρό να πειστεί ο κόσμος. Βρισκόμουν στη Νέα Υόρκη. Πιο συγκεκριμένα στο Μανχάταν και στην πλατεία των Φορών. Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί από νωρίς, πίνοντας φθηνό κρασί και αλκοόλ, για να γιορτάσει την αλλαγή του χρόνου.

Τα μάτια μου κοίταξαν το παρελθόν. Όταν η περιοχή ονομαζόταν Μακρύ στρέμμα. Πόσα σαλούν και πόσοι οίκοι ανοχής ήταν σπαρμένα γύρω από την περιοχή; Πάνω από εκατό έκαστος. Αχ! Ήταν ωραία εκείνη η ατμόσφαιρα. Οι δυσώδεις μυρωδιές ήταν διαφορετικές εκείνον τον καιρό. Καβαλίνες από άλογα αντί καυσαέριο αυτοκινήτων. Οι ήχοι ήταν διαφορετικοί επίσης. Πιανόλες αντί για κορναρίσματα.

"Πόσο πολύ έχει αλλάξει ο κόσμος;"

Κάποιος με σκούντησε και ένιωσα ένα ανάλαφρο χέρι να ψαχουλεύει την δεξιά τσέπη της καμπαρντίνας μου. Χαμογέλασα μελαγχολικά και άφησα τον επιτήδειο κλεφτράκο να φύγει ανικανοποίητος. Ήταν ωραίο να ξέρω πως ο κόσμος δεν έχει αλλάξει τόσο πολύ! Έβρισκα πολύ φυσικό να υπάρχουν πορτοφολάδες ανάμεσα στο πλήθος. Και παρόλο που υπήρχε αρκετή αστυνομική δύναμη, οι απόπειρες είτε πετυχημένες ή όχι ήταν μεγάλες σε αναλογικό ποσοστό.

Θα μπορούσα να κατευθυνθώ ανάμεσα στο μεγάλο πλήθος που ήταν ήδη συγκεντρωμένο κάτω από το τεράστιο ηλεκτρονικό ρολόι και το jumbotron. Αλλά ήθελα να αποφύγω τα ακούσια ή εκούσια θωπεύματα. Ο στόχος μου ήταν άλλος εκείνη τη νύχτα.

Περπάτησα από τα πλαϊνά κτίρια για να φθάσω εκεί που ήθελα. Στην είσοδο του ουρανοξύστη ήταν τέσσερις άντρες ιδιωτικής ασφάλειας με κουστούμια ραμμένα στα μέτρα τους και έλεγχαν ποιος μπαίνει. Φόρεσα το πιο αφοπλιστικό μου χαμόγελο και πέρασα ανάμεσα τους. Στην αίθουσα αναμονής στεκόταν αρκετός κόσμος. Με αέρινη χάρη βημάτισα έως το τελευταίο ασανσέρ και λίγο πριν φθάσω μπροστά, οι θύρες του άνοιξαν. Μπήκα μέσα μόνη και πάτησα το κουμπί του ρετιρέ.

Όταν οι θύρες του ανελκυστήρα άνοιξαν βρέθηκα σε ένα πολυτελέστατο σαλόνι. Δέκα βήματα μακριά μου στέκονταν άλλα πέντε άτομα προσωπικού ασφαλείας. Ο χώρος είχε τροποποιηθεί ώστε όλοι οι επισκέπτες να περνάνε από μια μαγνητική θύρα που ελέγχει για μεταλλικά αντικείμενα όπως επίσης και μια ακτινογραφική μηχανή για τον έλεγχο αποσκευών. Τέλος ένας άντρας εξ αυτών κρατούσε ένα μικρό μεταλλικό ανιχνευτή.

Έβγαλα την καμπαρντίνα μου και είδα πως και οι πέντε άντρες με θαύμασαν. Φορούσα καφετιές μπότες χωρίς τακούνι που έφταναν μέχρι το γόνατο και ήταν φτιαγμένες από ελαφοτόμαρο. Μίνι δερμάτινη φούστα που έφτανε στους άνω μηριαίους και ήταν από ζέβρα. Τέλος το στήθος μου καλυπτόταν από ένα αλυσιδωτό cami top χρυσού χρώματος. Οι κοιλιακοί μου ήταν εκτεθειμένοι και ένα σμαραγδένιο σκουλαρίκι με το σχήμα του σκορπιού κοσμούσε τον αφαλό μου. Τα μαλλιά μου τα είχα φτιάξει με τρεις περίπλοκες πλεξούδες και έφταναν μέχρι τη μέση. Επίσης τα είχα στολίσει με επτά μικρά χτένια από νεφρίτη.

Έδωσα το παλτό σε μια γυναίκα στην υποδοχή και παρέλαβα ένα απόκομμα με τον αριθμό 69. Χαμογέλασα ευχαριστημένη στη θέα του νούμερου και διάβηκα τη μαγνητική πύλη. Κανένας ήχος δεν ακούστηκε και το προσωπικό ασφαλείας με άφησε να περάσω. Ευθύς προσέγγισα το μπαρ και παρήγγειλα το πιο παλιό ουίσκι. Πίνοντας την πρώτη γουλιά και χωρίς να δώσω σημασία στα λάγνα βλέμματα που έπεφταν πάνω μου έφερα στη σκέψη μου τον αγαπημένο μου φίλο. Άμεσα ένοιωσα πως το μυαλό του συγχρονίστηκε με το δικό μου και ύψωσα το ποτήρι μου εις υγείαν του.

Κόσμος άρχισε να εισέρχεται στην τεράστια αίθουσα. Άντρες από μέσης ηλικίας έως και πατημένης που φορούσαν κοστούμια και παπιγιόν. Γυναίκες διάφορων ηλικιών με νυχτερινά φορέματα της τελευταίας κολεξιόν. Έμοιαζα παράταιρη αν κάποιος μπορούσε να δει. Αλλά δεν έβλεπε κανείς.

Αφού έγινε η αλλαγή του χρόνου και ανταλλάχθηκαν ευχές και φιλιά, επιτέλους πλησίασα προς το μέρος του άντρα που περίμενα να έρθει και έκανα την παρουσία μου αισθητή. Εκείνος στράφηκε απότομα προς το μέρος μου, με κοίταξε προσεκτικά και προσπάθησε να επαναφέρει στη μνήμη του που με είχε ξαναδεί. Φυσικά δεν τα κατάφερε, αλλά παρόλα αυτά χαμογέλασε εγκάρδια.

- Αγαπητή μου, είπε καθώς τον αγκάλιασα και τον φίλησα απαλά και στα δύο μάγουλα. Καλή χρονιά και ευτυχισμένο το νέο έτος.

- Ρούντι, απάντησα χαμογελώντας. Επίσης και να είσαι καλά.

Δεν ήθελα κάτι παραπάνω και απομακρύνθηκα προς απογοήτευση του. Είχα προσέξει πως το μόνο άτομο που δεν απολάμβανε την παρουσία του σε αυτό το θέατρο των προσωπείων, ήταν η κοπέλα στην υποδοχή. Μπορεί να συμπεριφερόταν χαρμόσυνα και να χαμογελούσε, αλλά ήξερα ότι δεν ήθελε να περάσει ούτε στιγμή παραπάνω με αυτό το πλήθος. Με αυτές τις σκέψεις υπόψιν την πλησίασα και της έδωσα το απόκομμα που μου είχε δώσει. Ο δείκτης μου άγγιξε απαλά τον πήχη της. Με κοίταξε στα μάτια. Της χαμογέλασα. Περίμενα κάμποσα καρδιοχτύπια μέχρι να συνέρθει και να μου δώσει την καμπαρντίνα μου. Καθώς τη φόρεσα, επέμεινα στο να την κοιτάζω.

- Έρχεσαι;… ρώτησα.

Έγνεψε καταφατικά τέσσερις φορές. Μισό λεπτό αργότερα μπήκαμε στον ανελκυστήρα και κατεβήκαμε στον δωδέκατο όροφο. Την είχα πιάσει αγκαζέ από το μέρος της καρδιάς της που φτερούγιζε σα σπουργιτάκι, καθώς κατευθύνθηκα προς το διαμέρισμα που διέμενα. Έβγαλα τα κλειδιά που ήταν ανάμεσα στα στήθη μου και άνοιξα την πόρτα. Αντίκρισε ένα πολυτελέστατο αλλά σπαρτιατικά διακοσμημένο σαλόνι. Καθώς έκλεισα την πόρτα πίσω μου άφησα την καμπαρντίνα πέσει στο πάτωμα. Με μια ρευστή κίνηση τράβηξα το αλυσιδωτό τοπ πάνω από το κεφάλι μου κι αυτό βρέθηκε πάνω στο παλτό. Την είδα να αναστενάζει με θαυμασμό και να ξεροκαταπίνει. Η φούστα μου ακολούθησε την ίδια πορεία. Είχα μείνει μόνο με τις μπότες ολόγυμνη μπροστά της χωρίς καμία αιδώ.

Τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει από ντροπή, αλλά και καύλα. Έτρεξε προς το μέρος μου αγκαλιάζοντας με και χούφτωσε τον κώλο μου, στέλνοντας παλμικά κύματα στις ερωτογενής απολήξεις μου, ενώ το στόμα της κόλλησε στο δικό μου. Απεγνωσμένα η γλώσσα της έψαξε τη δική μου. Ανασήκωσα το αριστερό μου πόδι και το έφερα πίσω από τη μέση της αγκαλιάζοντας την. Η κλειτορίδα μου τρίφτηκε ευχάριστα πάνω στο υπηρεσιακό παντελόνι που φορούσε και τα μάτια μου σκούρυναν από ερωτισμό και καύλα. Το στόμα της άρχισε να κολλά παντού πάνω μου. Κατέβηκε σιγά-σιγά προς το στήθος μου και τα χείλη της άρπαξαν και δάγκωσαν τις πρησμένες από καύλα θηλές. Το χέρι της βρέθηκε ευθύς ανάμεσα στα πόδια μου και ο μέσος της χώθηκε βαθιά μέσα μου. Την άκουσα να αναστενάζει και να της ξεφεύγει ένα βογκητό όταν τα υγρά μου πλημμύρισαν το χεράκι της.

- Γάμα με… τη διέταξα.

Το χέρι της κινήθηκε εντονότερα και ταχύτερα. Το στόμα της είχε βεντουζώσει και ρουφούσε λαίμαργα την αριστερή θηλή. Κι εγώ έχυνα απολαυστικά. Έσκυψα το κεφάλι μου προς το λαιμό της. Όσο το δάχτυλο της με γαμούσε, απέθεσα ένα καυτό φιλί πάνω στη σφαγίτιδα φλέβα της και η γλώσσα μου τινάχτηκε και αγκάλιασε το λοβό του αυτιού της. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Το χέρι μου ξεκούμπωσε επιδέξια το παντελόνι της και βρέθηκε να πασπατεύει το μουνάκι της. Δείκτης και μέσος βυθίστηκαν μέσα της. Στράφηκε προς το μέρος μου αφήνοντας επιτέλους την πρησμένη από καύλα θηλή. Τα μάτια της είχαν ένδειξη χαράς. Με το ελεύθερο χέρι μου, έπιασα το λαιμό της από πίσω και έσπρωξα προς τα εμένα.

Αυτή τη φορά η δική μου γλώσσα μπήκε στο στόμα της και έπαιξε με τη δική της. Κι εκείνη τη στιγμή άρχισε να τρέμει, να βογκάει πιο δυνατά και ο κόλπος της να συσπάται σφίγγοντας τα δάχτυλα μου. Όταν διέκοψα το φιλί μας, εκείνη άρχισε να ουρλιάζει από καύλα. Τη συγκράτησα απαλά με το χέρι μου και την παρέσυρα προς τον δερμάτινο καναπέ. Το σώμα της έτρεμε πλέον ανεξέλεγκτα και ούτε κατάλαβε πότε της κατέβασα το παντελόνι και το εσώρουχο. Η γλώσσα μου αντικατέστησε τα δάχτυλα μου. Η γεύση της ήταν γλυκιά. Μου θύμισε τους χουρμάδες της πατρίδας μου. Έπαψα να ακούω τα βογκητά καύλας, τις θετικές κοινοποιήσεις και τις παρακλήσεις προς τα θεία. Συγκεντρώθηκα στο να θυμηθώ τη γεύση. Χωρίς καν να το καταλάβω, βρέθηκα με δύο δικά μου δάχτυλα βυθισμένα μέσα μου.

Όσο έχυνε αυτή, άλλο τόσο έχυνα κι εγώ!

Μια ώρα αργότερα βρέθηκε να πίνει καφέ με πολλή ζάχαρη. Είχαμε ανέβει εκ νέου στο ρετιρέ. Πλησίασα ξανά προς τον Ρούντι και του ψιθύρισα κάτι στο αυτί. Όταν σιγουρεύτηκα πως η νεαρή θα έπαιρνε πολλά και γενναία φιλοδωρήματα, αποφάσισα να φύγω. Η βραδιά μου είχε κυλήσει ευχάριστα! Είχα καταφέρει να βυθιστώ σε μια ανάμνηση που σχεδόν είχα ξεχάσει. Χαμογέλασα στο καθρέφτισμα μου ικανοποιημένη και βγήκα έξω από τον ουρανοξύστη...




Copyright protected OW ref: 185566



Δεν έχετε εξουσιοδότηση να δημοσιεύετε σχόλια. Πρέπει να έχετε συνδεθεί.

Τα σχόλια θα περάσουν από διαδικασία έγκρισης.


 

Όροι Χρήσης του XStream || Privacy Policy