Αποποίηση ευθυνών: Όλα τα κείμενα της κατηγορίας, είναι έργα μυθοπλασίας!

Όλα τα κείμενα της κατηγορίας είναι έργα μυθοπλασίας, ανεξάρτητα από το αν ο κάθε συγγραφέας ισχυρίζεται το αντίθετο για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα όσα γράφει. Ονόματα, χαρακτήρες, επιχειρήσεις, τόποι, γεγονότα και περιστατικά, είτε είναι προϊόντα της φαντασίας του συγγραφέα ή τα χρησιμοποιεί για να αποδώσει τα όσα φαντάστηκε. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή πραγματικά γεγονότα, είναι καθαρά συμπτωματική. ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΤΕ ΝΑ ΜΙΜΗΘΕΙΤΕ στην πραγματική ζωή όσα διαβάζετε!


Προηγούμενο μέρος: Αναμνήσεις (3ο μέρος)

Ήμουν ανάμεσα στα στήθη της. Τα κρατούσε σφιχτά και είχε τερματίσει πάνω στα μπούτια μου. Στεκόταν ακίνητη και με κοιτούσε. Ένιωθα ότι το πετσί είχε τραβηχτεί τέρμα κάτω και μου ζόριζε το πουτσοκέφαλο. Πόνος και καύλα μαζί. Εκείνη το διάβαζε στο πρόσωπο μου. Και το γούσταρε. Τρελά. Χαμογελούσε σχεδόν διαβολικά. Ένιωθε ότι αυτό το καυλί που είχε ανάμεσα στις βυζάρες της, δεν θα μπορούσε να είναι πιο καυλωμένο. Είχε ήδη γονατίσει, ανάμεσα στα πόδια μου και εγώ ήμουν μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, με το πόδια να κρέμονται στο πάτωμα. Μέσα στην καύλα μου, αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να την αφήσω να κάνει κουμάντο ή αν με έπαιρνε να κάνω ότι γουστάρω. Είπα να την αφήσω λίγο ακόμη.

Χωρίς να πάρει τα μάτια της από τα δικά μου, άρχισε να ανεβοκατεβαίνει αργά, να μου δίνει μία απολαυστική μαλακία. Δε σταματούσε να χαμογελά. Αλλά τώρα ήταν το χαμόγελο του κοριτσιού και όχι της γυναίκας. Το χαιρόταν απλά. Χαιρόταν ότι ένας άντρας τη γούσταρε τόσο πολύ και καύλωνε μαζί της σε αυτό το βαθμό. Είχε πλέον φέρει τα χέρια της, στο πλάι των βυζιών της για να μπορεί να τα κουμαντάρει καλύτερα. Και πλέον μπορούσα να βλέπω ξεκάθαρα τις τεράστιες θηλές της. Καυλωμένες και πεταχτές. Ήξερα ότι μετά από ώρα, όταν μία γυναίκα είναι συνέχεια σε αυτή τη κατάσταση, οι θηλές της είναι υπερευαίσθητες, σχεδόν πονάνε. Άπλωσα και τα δύο μου χέρι και της τσίμπησα.

- Α: Μη μωρό μου, όχι έτσι, πιο απαλά...

- Γ: Έτσι;

- Α: Μπράβο... με προσοχή, μ... έτσι, έτσι…

- Γ: Μ’ αρέσεις θεία... πολύ…

- Α: Συνέχισε... τώρα θέλω να σε ακούσω

- Γ: Ήταν πολύ πρόστυχο να σε βλέπω έτσι, γονατισμένη, να μαλακίζεσαι, πρώτη…

- Α: Πρώτη φορά ε; Πρώτη φορά μαλακίζεται γυναίκα για πάρτη σου;

- Γ: ...

- Α: Και σήμερα το πρωί μαλακίστηκα. Όχι όμως για σένα.

- Γ: Τότε;

- Α: Για τον πούτσο σου.

- Γ: Μ... κι εγώ σε σκεφτόμουν... στη σχολή…

- Α: Πες μου!

- Γ: Σκεφτόμουν αυτό που έγινε χθες βράδυ. Όλα! Το αναπάντεχο γαμήσι, η μαλακία στην πόρτα. Όλα...

- Α: Λέγε καργιόλη μου...

- Γ: Η κουβέντα που κάναμε στο τηλέφωνο. Αλλά κυρίως εκείνο το ότι θα έγλειφες τις βυζάρες της θείας Σοφίας. Αυτό μου κόλλησε στο μυαλό. Και στα καπάκια, όταν το σκεφτόμουν, εμφανίστηκε η γκόμενα του κολλητού μου, μαζί με το φορτίο της...

- Α: Φορτίο; Α… μεγάλο βυζί... μην σταματάς...

- Γ: Ναι... σε κοντράρει στο μέγεθος… αλλά ξέρω ότι είναι και στητό για το μέγεθος του. Μου το είπε ο κολλητός μου...

- Α: Πες μου… πως είναι αυτή;

- Γ: Μακρύ μαλλί, μαύρο, πρόσωπο babyface, αδύνατη… αλλά με τέτοιο βυζί, φαίνεται ακόμη πιο αδύνατη.

- Α: Καύλα μου ακούγεται μωρό μου... συνέχισε...

- Γ: Και σας φαντάστηκα μαζί. Να γεμίζεις το στόμα σου με το βυζί της, να το θηλάζεις και να γουστάρεις. Να γουστάρει κι αυτή… και εγώ, να σε γαμάω στα τέσσερα και εσύ από πάνω της να τη λιώνεις στην καύλα με το στόμα και τα δάχτυλα σου στο μουνί της. Και όσο την ακούω να βογκάει, τόσο περισσότερο σε γαμάω δυνατά.

- Α: Εκείνη σε καυλώνει καργιόλη;

- Γ: Όχι… εσύ, μόνο εσύ, που γαμιέσαι και γαμάς, που ρουφάς τον πούτσο μου με το μουνί σου και τα βυζιά της με το στόμα σου. Εσύ γαμιόλα… εσύ!

Ήξερε η πουτάνα να με παίζει. Να παίζει την φαντασία μου. Με άφηνε ελεύθερο να καυλώνω με ότι ήθελα. Και αυτή η καύλα φούντωνε, στιγμή με τη στιγμή. Και το μυαλό μου έδινε εικόνες όπως εγώ τις ήθελα. Τέλειες. Χωρίς στιγμή ξεκαυλώματος. Όπως ακριβώς με έφτιαχναν. Και η καύλα μου φούντωνε, αγρίευε. Και ρουφούσε με τα μάτια της όλη αυτή την κορύφωση μου.

- Α: Δείξε μου ρε πούστη πως θα με γαμούσες...

Αυτή η πρόταση, μου βάρεσε σα να άκουγα καμπάνα να βαράει και εγώ να είμαι δίπλα. Ήταν σαν να μου χτύπησε το μυαλό. Την έσπρωξα πίσω και σηκώθηκα. Εκείνη απλά με περίμενε. Είχε αφήσει την κατάσταση να εξελιχθεί.

Πήγα πίσω της και την έσπρωξα προς το κρεβάτι. Εκείνη αμέσως στήθηκε στα τέσσερα. Της το είχα πει άλλωστε. «Να σε γαμάω στα τέσσερα και εσύ από πάνω της να την λιώνεις στην καύλα». Χωρίς πολλά-πολλά, χώθηκα μέσα της. Τερμάτισα στο μουνί της και άρχισα να την γαμάω. Χωρίς λέξεις. Μόνο βογκητά και γαμήσι. Στην αρχή την είχα πιασμένη από τη μέση και τη γαμούσα. Λίγο αργότερα τα χέρια μου βρέθηκαν στους ώμους της και την τραβούσα πάνω μου, ενώ ταυτόχρονα την έσπρωχνα από πίσω. Τη φορούσα πάνω μου. Το μουνί της ήταν γεμάτο υγρά. Ζεστά υγρά που έλουζαν το καυλί μου. Αλλά δε σκεφτόμουν τίποτα. Τίποτα. Απλά τη γαμούσα με ότι είχα.

- Α: Ναι ρε… ναι ρε… κι άλλο...

- Γ: Καργιόλα... είσαι καργιόλα...

- Α: Ναι είμαι... και ξέρεις τι άλλο είμαι;

- Γ: Τι;

- Α: Ανώμαλη...

- Γ: ...

- Α: Γιατί εσύ με γαμάς, με σκίζεις… κι εγώ σκέφτομαι τη φίλη σου. Σε έχω γραμμένο στο μουνί μου. Παρόλο που το σκίζεις...

- Γ: Θα σου...

- Α: Τη σκέφτομαι όπως μου είπες… νιώθω τις ρώγες τις στο στόμα μου ρε. Τις ρουφάω, την αρμέγω, τραβάω ότι έχει στο στόμα μου, της τσιμπουκώνω τα βυζιά, δυνατά, πόσο καύλα είναι το μωρό μου...

- Γ: Γαμώ το σπίτι σου...

Είχε καταφέρει να με τσαντίσει μέσα στην καύλα μου. Να μου γυρίσει το μυαλό. Να με κάνει να ζηλέψω με κάτι που εγώ είχα στο μυαλό μου. Μου το είχε γυρίσει όλο τούμπα. Χωρίς να ξενερώσω. Ίσα ίσα, αυτή η τσαντίλα με είχε καυλώσει και με είχε θολώσει ακόμη περισσότερο.

Τραβήχτηκα από το μουνί της. Τα κωλομέρια της είχαν ανοίξει διάπλατα μπροστά μου. Η Μαυρισμένη σούφρα της ήταν ανοιχτή. Ίσως και περισσότερο από όσο έπρεπε, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν το παρατήρησα. Μπήκα. Βόγκηξε; Φώναξε; Έβρισε; Δεν έχω ιδέα. Δε θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο την ικανοποίηση που πήρα επειδή την πόνεσα. Είχα μπει στην κωλάρα της απρόσκλητος. Την είχα πιάσει από τη μέση και την ξεπάτωνα.

Με είχε φτάσει στο σημείο που είχε πει πριν λίγο. «Γιατί εσύ με γαμάς, με σκίζεις… κι εγώ σκέφτομαι τη φίλη σου». Τη γαμούσα και δεν τη σκεφτόμουν. Την είχα γράψει στα αρχίδια μου. Σκεφτόμουν μόνο την καύλα της ψωλής μου. Τη γαμούσα και ήμουν αυτός που είχε το πάνω χέρι. Της άνοιγα τον κώλο, είτε το περίμενε, είτε όχι. Είτε το ήθελε, είτε όχι. Δε με ένοιαζε. Εγώ τη γαμούσα. Τη γαμούσα για να χύσω.

Κάποια στιγμή, λίγα δευτερόλεπτα μετά, ένιωσα το χέρι της στα αρχίδια μου. Μου τα χούφτωνε αλλά αυτό δεν ήταν ικανό να μου αποσπάσει την προσοχή. Ήμουν στον κόσμο μου. Για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι λίγο μετά, άρχισε να μαλακίζεται και πάλι. Όσο εγώ της γαμούσα τον κώλο!

Δεν κρατιόμουν πλέον. Την έχυνα μέσα στον κώλο χωρίς σταματημό. Όλο μου το κορμί είχε πετρώσει, όπως ακριβώς είχε πετρώσει και ο πούτσος μου καθώς άδειαζα μέσα στο κωλάντερο της. Έπεσα στην πλάτη της, ενώ έχυνα και τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος μέσα της. Οι ανάσες μας έσπαγαν την ησυχία του δωματίου. Είχα τελειώσει, αλλά δεν είχα ξεκαυλώσει. Λιωμένος από την ένταση έπεσα στο πλάι της με κλειστά τα μάτια. Μείναμε έτσι για λίγα λεπτά.

- Α: Τι έκανες;

- Γ: Ότι γούσταρα!

- Α: Αντράκι μου…

Μου άρεσε πολύ αυτό. Ήταν αινιγματικό. Δεν άργησα όμως να καταλάβω. Θυμήθηκα. «αν την ικανοποιήσεις, τότε, αργά ή γρήγορα, θα σου κάνει όλα τα γούστα». Τα γούστα. Τη γάμησα από το μουνί και από τον κώλο. Μου μίλησε για δεύτερη γυναίκα στο κρεβάτι. Τα γούστα. Τα γούστα μου. Ένας άντρας, είναι άντρας για την γυναίκα που γαμάει όταν βγάζει όλα του τα γούστα και εκείνη, όχι μόνο του το επιτρέπει, αλλά το γουστάρει.

Σηκώθηκε, συμμαζεύτηκε βάζοντας κάθε ρούχο πάνω της, στη σωστή θέση. Μου έριχνε κλεφτές ματιές και χαμογελούσε. Είτε απολάμβανε το λιώσιμο μου, μετά από τέτοιο χύσιμο, είτε απολάμβανε το θέαμα του γυμνού νεανικού μου κορμιού, είτε και τα δύο ταυτόχρονα.

- Γ: Φεύγεις;

- Α: Ναι. Να κάνω ένα μπάνιο και να κοιμηθώ.

- Γ: Γιατί δε μένεις εδώ;

- Α: Λογαριασμό θα σου δώσω;

- Γ: Κατάλαβα...

- Α: Για πες μου και μένα ξυπνοπούλι;

- Γ: Έχεις και συνέχεια... μόνη σου!

Δεν απάντησε. Γούρλωσε ελαφρώς τα μάτια, χαμογέλασε διάπλατα, λες και την είχα πιάσει στα πράσα. Λες και ήξερα ακριβώς τι θα κάνει. Το τσιμπούκι και το γαμήσι, της είχαν ανοίξει την όρεξη. Όπως όλοι έχετε καταλάβει, η Αγάπη είναι φαν την μαλακίας. Θα σκεφτόταν όλα όσα έγιναν χθες, σήμερα, όλα όσα της είπα για την άλλη θεία, για την Κατερίνα, για τις φαντασιώσεις μου και θα γαμιόταν με το πλαστικό καυλί της.

Δεν το ήξερα τότε, αλλά αυτό το γαμήσι ξεκίνησε μία σειρά από γεγονότα που με άλλαξαν. Θυμάμαι ότι η αυτοπεποίθηση μου είχε πιάσει κορυφή από τη μία μέρα στην άλλη. Η αίσθηση ότι αυτή η γυναίκα, στην ηλικία που είναι, συν το γεγονός ότι θα μπορούσε να γαμιόταν με όποιον ήθελε αλλά δεν το έκανε από επιλογή, ήρθε σε μένα και το ευχαριστήθηκε. «Αφού γουστάρει αυτή, μετράω», θυμάμαι να λέω στον εαυτό μου πριν με πάρει ο ύπνος.

Οι επόμενες 2 μέρες πέρασαν χωρίς κάτι αξιομνημόνευτο. Ο λόγος ήταν ότι τα εργαστήρια της σχολής με κράτησαν μέχρι αργά και είχα διάβασμα. Άλλωστε ήμουν αρκετά μελετηρός σαν φοιτητής και αρκετά προσηλωμένος στο αντικείμενο μου. Όταν έπρεπε να μελετήσω, δε με αποσπούσε τίποτα. Την μία μέρα πέρασα για φαγητό από το διαμέρισμα της Αγάπης, μιλήσαμε στο χαλαρό, με τσιμπούκωνε και μαλακίστηκε, μέχρι να τελειώσουμε μαζί. Την επόμενη μέρα, δεν την είδα πολύ γιατί είχε επισκέψεις κάποιες φίλες της, που μαζεύονταν σπίτι της για χαρτί. Η αλήθεια είναι ότι με έτρωγε η περιέργεια να τις δω, αλλά εκείνη δε με άφησε. Όταν της χτύπησα την πόρτα, μου μίλησε για πολύ λίγο και με έστειλε στο δικό μου διαμέρισμα, λέγοντας μου «άλλη στιγμή θα τα πούμε καλύτερα». Ανέβηκα πάνω αλλά το διάβασμα που είχα με κράτησε ξεκαύλωτο μέχρι αργά το πρωί.

Η επόμενη μέρα με βρήκε να έχω αργήσει να ξυπνήσω για την σχολή αλλά ταυτόχρονα πολύ καυλωμένο. Ούτε το κατούρημα δεν μου τον έριξε. Κατεβαίνοντας τις σκάλες για την εξώπορτα, είδα την Αγάπη να ανοίγει την δική της. Ήταν καλοντυμένη, με πιασμένο το μαλλί αλογοουρά. «Θα της έριχνα έναν στα γρήγορα τώρα», σκέφτηκα. Φορούσε ένα σακάκι καφέ, λευκό πουκάμισο με 3 κουμπιά ανοιχτά και φαινόταν η βυζοχαράδρα, στενή καφέ φούστα, που φούσκωνε αρκετά τον, έτσι και αλλιώς, μεγάλο κώλο της, μαζί με γόβες.

- Α: Καλημέρα μικρέ.

- Γ: Καλημέρα. Για που το έβαλες;

- Α: Έχω να πάω στο γυναικολόγο.

- Γ: Α για αυτό είσαι τόσο όμορφη!

- Α: Αυτό είναι το γούστο σου;

- Γ: Για σένα; Ναι. Και ξέρεις κάτι;…

- Α: Μαζέψου μικρέ. Το ξέρω αυτό το βλέμμα. Όχι τώρα. Έχεις αργήσει, φύγε και θα τα πούμε το βράδυ.

Δε μου άφηνε περιθώρια η πουτάνα. Με διάβαζε αμέσως και μου έκοβε τον αέρα, όποτε έπρεπε. Έφυγα τρέχοντας για την σχολή, χωρίς να τις ρίξω δεύτερη ματιά. «Φύγε και θα τα πούμε το βράδυ», ήταν η κουβέντα που με κράτησε καυλωμένο όλη μέρα στη σχολή. Και δεν ήταν η μοναδική…

Το μεσημέρι, με το Σάκη πήγαμε για φαγητό. Μου έκανε εντύπωση που δεν είχε έρθει μαζί μας η Κατερίνα, μιας και ήταν συνέχεια μαζί. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε κουβεντιάσει ιδιαίτερα τα της σχέσης της με το Σάκη αλλά ήμουν σίγουρος ότι καλοπερνούσαν. Δεν έδιναν βέβαια δικαιώματα, ούτε μέσα στην σχολή αλλά ούτε και στα φοιτητοστέκια που βγαίναμε. Ήταν αρκετά διακριτικοί και δεν προκαλούσαν. Ο Σάκης, εμφανισιακά δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Κοντά στο 1.75, αγύμναστος. Αυτό που τον έκανε συμπαθή στις γυναίκες ήταν το χιούμορ του. Το δούλευε καλά το λέγειν και με αυτό, έριξε και το Κατερινάκι. Το οποίο, για να λέμε την αλήθεια, εμφανισιακά ήταν 2 κλάσεις καλύτερη του.


- Σ: Ρε φίλε, πολύ διάβασμα έχει πέσει τώρα τελευταία. Δεν προλαβαίνω ούτε να βρεθώ με τη δικιά μου. Γιατί όταν βρισκόμαστε, το μόνο που δεν κάνουμε είναι να διαβάσουμε. Όσες φορές το προσπαθήσαμε, γαμιόμασταν με τις ώρες…

- Γ: Λογικό είναι. Τέτοιο μωρό που σου έκατσε, δεν το χορταίνεις.

- Σ: Να σου πω ρε φίλε. Μη με παρεξηγήσεις.

- Γ: Τι έγινε ρε;

- Σ: Ρε συ, η Κατερίνα μου έχει πει ότι τώρα τελευταία την κοιτάς περίεργα. Παίζει κάτι;

- Γ: Θες απάντηση τώρα; Είσαι σίγουρος;

- Σ: Ναι ρε. Κολλητοί είμαστε. Λέγε…

- Γ: Η Κατερίνα ρε φίλε, είναι... πως να το πω... είναι ωραίο μωρό...

- Σ: Και; Ρε μαλάκα, μην κολλάς. Είναι ωραίο μουνί. Το ξέρω. Μη μασάς τα λόγια σου!

- Γ: Ε ναι. Είναι καύλα. Είμαι και εγώ στις καύλες μου συνέχεια. Με τις βυζάρες που κουβαλάει και κάτι μπλουζάκια που φοράει, είναι ώρες-ώρες που σκέφτομαι διάφορα για πάρτη της.

- Σ: Ε λογικό είναι. Λες να μην το ξέρω; Όπου κυκλοφορούμε, όλοι τη χαζεύουν. Θυμάσαι που πήγαμε μπουζούκια τον προηγούμενο μήνα; Θυμάσαι τι έγινε όταν ανέβηκε στο τραπέζι για τσιφτετέλι;

- Γ: Λες να μη θυμάμαι; Η αλήθεια είναι ότι έχω βαρέσει 1-2 φορές με εκείνο το θέαμα.

- Σ: Τόσο πολύ σε καυλώνει;

- Γ: Ε ναι ρε... αφού ήθελες να τ ακούσεις, άκου τα!

- Σ: Χα, χα, χα... κοίτα, δε με χαλάει, με καυλώνει ακόμη περισσότερο αυτό, να ξέρεις.

- Γ: Ρε μαλάκα, ήπιες τίποτα; Τι έχεις πάθει;

- Σ: Λοιπόν, άκου. Σκάσε και άκου. Οκ;

- Γ: Για πες.

- Σ: Τι άποψη έχεις για την Κατερίνα; Μπέσα πες!

- Γ: Μαζεμένο κορίτσι. Ντροπαλό. Βέβαια όταν πίνει ξεφεύγει αρκετά. Όπως τότε στα μπουζούκια. Είχε καυλώσει πολύ κόσμο και νομίζω ότι το έκανε επειδή το γούσταρε.

- Σ: Και λίγα λες φίλε. Είναι μαζεμένη και ντροπαλή, όπως το λες. Αλλά όταν είναι με κόσμο. Όταν είμαστε μόνοι, είναι άλλη version του εαυτού της.

- Γ: Πλάκα κάνεις;

- Σ: Φίλε, αν μπορούσε να γαμιέται όλη μέρα. Θα το έκανε. Μαλάκα έχω θέμα. Δεν αντέχω άλλο.

- Γ: Πλάκα κάνεις; Ρε με δουλεύεις; Η Κατερίνα σε έχει λιώσει στο πήδημα;

- Σ: Ναι ρε. Σοβαρά μιλάμε τώρα.

- Γ: Και δε φοβάσαι μην αρχίσει να ξενογαμιέται, αν δεν της φτάνεις εσύ; Εσύ είσαι καψούρης. Πρόσεχε ρε.

- Σ: Έχουμε καιρό να τα πούμε και δεν τα ξέρεις. Στην αρχή ήμουν καψούρης φουλ. Το ξέρεις. Αλλά όταν άρχισα να βλέπω αυτή τη πλευρά της, ξενέρωσα είναι η αλήθεια. Ξενέρωσα για το λόγο που είπες. Ότι με τέτοια κάψα που έχει μέσα της, θα μου τα φορέσει. Το σκέφτηκα καλά και αρκετά. Και αποφάσισα ότι αυτή η γυναίκα δεν είναι για να σκέφτομαι το μέλλον μαζί της. Οπότε το πήρα απόφαση. Επειδή είναι ωραίο μουνί, όπως είπες, και επειδή γαμιέται απίστευτα, όπως σου λέω εγώ, το πήρα αλλιώς.

- Γ: Έχω μείνει μαλάκας με όλα αυτά που ακούω. Που κατέληξες;

- Σ: Θες να τη γαμάμε παρέα; Αν όταν δεν την παλεύω, τη γαμάς εσύ, θα μείνει χορτασμένη. Του πούστη. Αυτό είναι καλύτερο από το να τη χωρίσω και να μην τη γαμάω καθόλου. Έτσι δεν είναι;

- Γ: Να σου γαμήσω... είναι παράλογα λογικό. Τι να πω; Αν εσένα σου κάθεται καλά όλο αυτό, εγώ είμαι μέσα. Αλλά είσαι σίγουρος ρε; Μην τα σπάσουμε οι δυο μας για μια μαλακία.

- Σ: Μπέσα φίλε. Από το να γαμιέται με αγνώστους, δεξιά και αριστερά, καλύτερα να την έχουμε οι δυο μας, να μοιραζόμαστε και τις καλές τις φάσεις. Θα έχουμε να τα θυμόμαστε όλα αυτά, για χρόνια. Απλά, δε θέλω να το μάθουν άλλοι. Τώρα, αν δεν της φτάνουμε εμείς οι δυο, τι να πω; Ας κάνει ότι θέλει.

- Γ: Μπα δε νομίζω. Αλλά και να δείξει κάτι τέτοιο, θα το φτιάξουμε.

- Σ: Πως;

- Γ: Άστο προς το παρόν. Έχετε κουβεντιάσει για μένα;

- Σ: Όχι για να κάνουμε φάση οι τρεις μας, συγκεκριμένα. Αλλά στο άσχετο μου έχει πει ότι απορεί πως δεν έχεις γκόμενα, μιας και είσαι ωραίο αγόρι. Οπότε με λίγο σπρώξιμο, θα την παρτουζώσουμε και όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Είμαι σίγουρος. Αν και δε θέλει σπρώξιμο. Κάποια στιγμή θα σου πω και δε θα πιστεύεις τι μου έχει πει για φαντασιώσεις. Αλλά όχι τώρα, γιατί έρχεται.

- Γ: Οκ. Κανόνισε να έρθετε σπίτι μου αύριο το βράδυ. Για κάνα κρασί…

- Σ: Ωραία, ωραία.

Το Κατερινιώ, ήρθε και έκατσε μαζί μας. Προσπάθησα να είμαι διακριτικός. Αλλά με τις καύλες που κουβαλούσα από το πρωί, οι οποίες δεν με άφησαν ούτε στιγμή, πόσο μάλλον τώρα που έγινε αυτή η κουβέντα με τον Σάκη, δεν κατάφερα να είμαι εντελώς χαλαρός απέναντι της. Ένα παιχνίδι, βλεμμάτων και υπονοούμενων, χωρίς να χοντρύνει το πράγμα, έγινε για τα επόμενα 10 λεπτά, μέχρι να επιστρέψουμε στο μάθημα. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι να την παρατηρώ από το πλάι και να βλέπω το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει, σε κάθε της βήμα και εμένα να σκέφτομαι ότι αυτό το βυζί θα το έχω για πάρτη μου, πολύ σύντομα. Όλη η υπόλοιπη μέρα, στη σχολή, με βρήκε αποσυντονισμένο. Ο πούτσος μου ήταν πέτρα. Και ήταν πέτρα γιατί είχα στο μυαλό μου τι είχε συμβεί και τι πρόκειται να συμβεί στα σίγουρα. Αλλά και όλα τα σενάρια που πιθανόν να γίνονταν πραγματικότητα, μετά την παρτούζα...

Πλησιάζοντας το σπίτι, παρακαλούσα μέσα μου να εμφανιστεί η θεία Αγάπη και να μπορέσω να ξεκαυλώσω επιτέλους. Ακόμη και μία μαλακία θα ήταν αρκετή. Ειδάλλως θα πήγαινα στο δωμάτιο μου και θα βαρούσα μέχρι θανάτου. Την είδα στο μπαλκόνι. Και ήταν ντυμένη όπως την είδα το πρωί. Ακριβώς το ίδιο. Σκυμμένη λίγο μπροστά, στηριζόμενη στους αγκώνες, κόντρα στο σίδερο του μπαλκονιού, μιλούσε με κάποια γειτόνισσά. Το πουκάμισο, ίσα που κρατούσε το βάρος του στήθους της. «Καργιόλα, ξέρεις τι κάνεις» σκέφτηκα. «Καλώς το ανίψι μου. Έλα να σου βάλω να φας»… μου φώναξε. Εγώ όμως, ήταν σαν να άκουσα «καλώς το γαμιά μου. Έλα να με φας»!

Συνεχίζεται...

Θα ήθελα να ακούσω σχόλια, παρατηρήσεις και εντυπώσεις...




Copyright protected OW ref: 185591



Δεν έχετε εξουσιοδότηση να δημοσιεύετε σχόλια. Πρέπει να έχετε συνδεθεί.

Τα σχόλια θα περάσουν από διαδικασία έγκρισης.


 

Όροι Χρήσης του XStream || Privacy Policy