Αποποίηση ευθυνών: Όλα τα κείμενα της κατηγορίας, είναι έργα μυθοπλασίας!

Όλα τα κείμενα της κατηγορίας είναι έργα μυθοπλασίας, ανεξάρτητα από το αν ο κάθε συγγραφέας ισχυρίζεται το αντίθετο για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα όσα γράφει. Ονόματα, χαρακτήρες, επιχειρήσεις, τόποι, γεγονότα και περιστατικά, είτε είναι προϊόντα της φαντασίας του συγγραφέα ή τα χρησιμοποιεί για να αποδώσει τα όσα φαντάστηκε. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή πραγματικά γεγονότα, είναι καθαρά συμπτωματική. ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΤΕ ΝΑ ΜΙΜΗΘΕΙΤΕ στην πραγματική ζωή όσα διαβάζετε!

Δεν τα υπολόγισε σωστά η Ελπίδα! Ξεχάστηκε το πρωί με τις δουλειές του σπιτιού κι ήρθε καθυστερημένη στο παζάρι στο Κεφαλοχώρι. Και τώρα έχασε το λεωφορείο της επιστροφής στο χωριό και βρίσκεται φορτωμένη με τις τσάντες στον επαρχιακό δρόμο, χωρίς άλλη επιλογή. Το χωριό απέχει μισή ώρα ποδαρόδρομο, αλλά με τις τσάντες και τον ήλιο να βαράει κατακέφαλα θα της πάρει σίγουρα καμμιά ώρα. Αναστενάζει, φορτώνεται τις τσάντες και ξεκινάει στο λιοπύρι. Τα αυτοκίνητα περνάνε δίπλα της χωρίς να της δίνουν σημασία, αλλά ούτε κι αυτή περιμένει ότι κάποιος θα τη βοηθήσει.

Να όμως που κάποιος σταματάει πλάι της. Ένα αγροτικό, σκέτο ερείπιο με μια γνωστή φιγούρα μέσα. Σκύβει στο παράθυρο και κοιτάει. Είναι ο κυρ-Παναγιώτης που μόλις αγόρασε ζαρζαβάτια απ’ αυτόν.

- Μόνη σ’ πλαλάς να φτάσεις στο χωριό; Θα σ’ ψήσει ο ήλιο καψερή!

- Εμ, και τι να κάνω; Έχασα το λεωφορείο, έχω σάματις άλλη λύση;

- Έμπα μέσα να σε πάω.

- Αφού δεν είμαστε συχωριανοί! Δεν πας στον ίδιο δρόμο!

- Δεν πειράζει! Δέκα λεφτά θα κάνουμε! Θα γυρίσω πίσω μετά...

Ξαλαφρωμένη τακτοποιεί τις τσάντες στην καρότσα και μπαίνει στο αυτοκίνητο.

- Σε ευχαριστώ πολύ κυρ-Παναγιώτη! Με αυτή τη ζέστη...

Τον κοιτάει χαμογελώντας. Ο κυρ-Παναγιώτης είναι ένας νταβραντισμένος χωριάταρος στα 55 του, ψημένος στο χωράφι, μυώδης, τριχωτός, με αρειμάνια μουστάκα, που αποπνέει βαρβατίλα.

- Δεν κάνει τίποτα! Χαρά μου!

Η Ελπίδα γυρνάει μπροστά στο δρόμο και χάνεται στις σκέψεις της. Σαράντα χρονών έχασε τον μακαρίτη κι έχει μείνει, πέντε χρόνια τώρα, απότιστη. Η κάψα ανάμεσα στα ποδάρια της κοντεύει να την τρελάνει, όμως το πολεμάει είτε με την εκκλησία, είτε με τις δουλειές του σπιτιού, είτε με την αφοσίωση στο μοναδικό κανακάρη της, το Χρηστάκη που στην προχωρημένη πλέον εφηβεία του την παίρνει κανονικά μάτι στο μπάνιο, επαυξάνοντας την ταραχή της όταν τον καταλαβαίνει και ξαναφέρνοντας το τρέμουλο εκεί, ανάμεσα στα πόδια της. Όμως δεν τολμάει να «το» αγγίξει, να ανακουφιστεί. Ο εφημέριος που του εξομολογήθηκε της είπε ότι αν το κάνει, θα καεί στην κόλαση και την τρομοκράτησε!

- Πού ‘σαι κι άργησες τόσο σήμερα; Λίγο πριν σχολάσουμε ήρθες...

- Ξεχάστηκα μωρέ με τις δουλειές κι έχασα το λεωφορείο. Μετά δεν πρόλαβα ούτε αυτό της επιστροφής...

- Άντε! Τυχερή είσαι! Θα μ’ δώκεις ένα ποτήρι νερό γι’ αμοιβή.

- Ό,τι θέλεις κυρ-Παναγιώτη! Και συκαλάκι γλυκό θα σου βγάλω.

Φτάνουν σύντομα, με το αυτοκίνητο τα χιλιόμετρα καταπίνονται χωρίς να το καταλάβεις. Κουβαλάνε τις τσάντες στην κουζίνα και ο κυρ-Παναγιώτης σωριάζεται σε μια καρέκλα.

- Ο μικρός δεν είν’ εδώ;

- Α! Σήμερα έχει ποδόσφαιρο, θα αργήσει.

Του βγάζει παγωμένο νερό και συκαλάκι γλυκό.

- Συγχωρέσε με λίγο να πλυθώ…

λέει κι εξαφανίζεται στο μπάνιο. Δεν αργεί πολύ, ξαναεμφανίζεται χαμογελαστή με μια άνετη ρόμπα σπιτιού, σεμνή. Ακόμα όμως κι αυτή η σεμνή ρόμπα, δεμένη μόνο με τη ζώνη της, δυσκολεύεται να καλύψει τις πληθωρικές καμπύλες της καλοστεκούμενης μιλφάρας με τα πλούσια στήθη και την τουρλωτή κωλάρα. Ο κυρ-Παναγιώτης κοιτάζει σα μαγνητισμένος.

- Να πάω κι εγώ λίγο στο «μέρος», με του συμπάθιο; Ούλη μέρα στη λαϊκή...

- Και το ρωτάς; Σαν το σπίτι σου!

Δεν αργεί πολύ. Επιστρέφει τρίβοντας τα χέρια του να στεγνώσουν. Κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλο, με αμηχανία. Ο κυρ-Παναγιώτης δεν είναι ακριβώς ο τύπος για να συζητήσει κανείς μαζί του, αλλά η Ελπίδα δεν τρέφει και μεγάλες προσδοκίες για τίποτα άλλο. Σύντομα θα φύγει κι αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, τρέχα γύρευε γιατί...

Σηκώνεται και βγάζει το παγωμένο νερό απ’ το ψυγείο να του ξαναγεμίσει το ποτήρι που το ήπιε μονορούφι. Πηγαίνει πλάι του. Σκύβοντας κρατάει τη ρόμπα της με το άλλο χέρι για να μην ανοίξει, αλλά γίνεται αυτό όταν έχεις βυζιά σα γινωμένα πεπόνια; Ο κυρ-Παναγιώτης αλληθωρίζει, η ρώγα της ορθωμένη απ’ την τριβή με το απαλό ύφασμα είναι σαν να τον προσκαλεί. Δεν μπορεί να κρατηθεί, μια απαλή ζαλάδα νοιώθει να του παίρνει τα μυαλά και μια εντολή απ’ το παντελόνι του να ελευθερώνει τις χωριάτικες ορμές του. Με μια αυθόρμητη κίνηση η ροζιασμένη χερούκλα του βρίσκεται μέσα στη ρόμπα της, χουφτώνοντας το μεστό βυζί, φουσκωμένο λες με τους καλοκαιριάτικους χυμούς του, που δεν χωράει ολόκληρο στη χούφτα του. Η Ελπίδα αιφνιδιάζεται και κρατάει την αναπνοή της. Όμως μια δεύτερη έκπληξη την περιμένει, καθώς το άλλο χέρι του χώνεται ταχύτατα κάτω απ’ τη ρόμπα της, χουφτώνοντας το τροφαντό μπούτι της, ολοκληρώνοντας το ξάφνιασμά της και στέλνοντας ηλεκτρικά σήματα σε όλο το κορμί της.

Ο κυρ-Παναγιώτης όμως δε σταματάει εκεί, παρά συνεχίζει χωρίς ελπίδα πια συγκράτησης, κάτι που η Ελπίδα συνειδητοποιεί αμέσως. Μετά την πρώτη επαφή, η ροζιασμένη χερούκλα προχωράει θρασύτατα προς τα πάνω συναντώντας το παλιομοδίτικο εσώρουχό της. Το κράτημα της αναπνοής της γίνεται ξεφύσημα, μουκανίζει άθελά της σαν καυλωμένη γελάδα καθώς οι χοντροδαχτύλες του νικάνε τελικά το πεισματάρικο ύφασμα κι ακουμπάνε, φευγαλέα και διερευνητικά στην αρχή, πάνω στη σχισμή της. Νιώθει ανακλαστικά να μουσκεύει, δεν ήθελε και πολύ και δε μπορεί να το συγκρατήσει. Αν και είχε χρόνια να νιώσει αυτή την αίσθηση, τα κύματα της λαγνείας απελευθερώνονται και την κατακτούν αμαχητί, μουσκεύοντας τα δάχτυλά του σιτεμένου εραστή της που χώνονται τελικά λαίμαργα μέσα της.

Τρέμοντας και φοβούμενη ότι τα πόδια της που τρεμουλιάζουν θα την προδώσουν και θέλοντας παράλληλα να τηρήσει κάποια προσχήματα ηθικής, του γυρίζει την πλάτη και στηρίζεται με τα χέρια της στο τραπέζι. Λάθος κίνηση, έτσι είναι σαν να δίνει το σύνθημα στον κυρ-Μιχάλη. Πετιέται όρθιος πίσω της και εν ριπή οφθαλμού απαλλάσσεται απ’ τα ρούχα του, εξαφανίζοντας το ίδιο αστραπιαία και τη ρόμπα της.

Ο ήδη σηκωμένος πούτσος του βρίσκεται ακαριαία ανάμεσα στα τροφαντά της κωλομάγουλα, που με την κυτταρίτιδα της ηλικίας πάλλονται με περισσή χάρη, ενώ οι χερούκλες του περνώντας κάτω απ’ τις μασχάλες της χουφτώνουν τώρα και τα δυο στήθια της, σφίγγοντάς τα και προκαλώντας της το επόμενο γελαδίσιο ξεφύσημα.

- Μάνα μ’, Ελπιδάρα μ’, τι μούναρος είσαι εσύ;...

Επιτακτικά προσπαθεί να της τον χώσει άμεσα, χωρίς χέρια, αφού δε θέλει να σταματήσει να μαλάζει τα ζεστά και τροφαντά βυζιά της που τον έχουν ξελογιάσει, ζουλώντας τα μέχρι πόνου σαν να ζυμώνει ζυμάρι, σπρώχνοντας παράλληλα ενστικτωδώς με το υπογάστριό του, προσπαθώντας να βρει τον δρόμο του προς τη μούνα της. Η Ελπίδα νιώθει το πουτσοκέφαλό του να γλιστράει πάνω στην κωλοτρυπίδα της με κατεύθυνση τη σχισμή του μουνιού της που είναι πλέον πλημμυρισμένη. Ασυναίσθητα, με την ανακλαστική θηλυκιά της κίνηση, τουρλώνει ελαφρά τον κώλο της, επιτρέποντας στο όργανό του να γλιστρήσει προς τον στόχο του σαν χέλι. Την επόμενη στιγμή βρίσκεται στην είσοδο της σχισμής της, εκεί στο πίσω μέρος που είναι το άνοιγμα προκαλώντας της ένα ακόμα μούδιασμα, το μούδιασμα της προσμονής, αφού ξέρει ότι την επόμενη στιγμή, με μια δυνατή ψωλιά, ο πούτσος του θα βρεθεί στα κατάβαθα της γεμίζοντάς τη λαγνεία και ηδονή.

Όσο όμως και να το θέλει, όσο και να το λαχταρεί, το γυναικείο της ένστικτο την προειδοποιεί ότι αυτό θα είναι και το τέλος. Έτσι καυλωμένος που είναι ο κυρ-Παναγιώτης, θα χύσει σε δευτερόλεπτα και η μαγεία θα τελειώσει. Άγνωστο αν στην ηλικία του μπορεί να του ξανασηκωθεί γρήγορα.

Γυρνάει σβέλτα και γονατίζει μπροστά του. Τα μάτια της ανοίγουν τεράστια και τα χέρια της σκεπάζουν άθελα το στόμα της που έγινε σαν κουλούρι. Μπροστά της πάλλεται ένας πούτσαρος, ένα τέρας όλο σφρίγος, με το όμορφο, ροδαλό μανιτάρι του περήφανο και τις διογκωμένες φλέβες του υγραμένες απ’ τα ζουμιά της, έτοιμος να την πυροβολήσει. Στοχεύει το ταβάνι, είναι σκληρός σαν στειλιάρι κι έτοιμος να σκάσει απ’ την κάβλα. Η Ελπίδα τον αρπάζει ξεροκαταπίνοντας, νιώθοντας τη ζέστη του και το απαλό σφρίγος του στο χέρι της, αισθανόμενη τις φλέβες του να φουσκο-ξεφουσκώνουν κάτω απ’ το άγγιγμά της σαν ένα ζωντανό φίδι που σαλεύει μεσ’ τη χούφτα της. Χωρίς να το σκεφτεί, με τα ένστικτά της ξαμολημένα σαν τα άγρια άλογα στο λιβάδι, κάνει αυτό που ο μακαρίτης χρόνια ολόκληρα της ζητούσε μάταια και του το αρνούνταν, όπως την είχε ορμηνέψει ο εφημέριος.

Χώνει με μια λαίμαργη κίνηση τον πούτσαρο ενστικτωδώς στο στόμα της, μη μπορώντας να αντισταθεί στη θέα του, στέλνοντας νοερά και τον εφημέριο στον διάβολο. Τον καρφώνει χωρίς οίκτο μέσα της, αλλά, μόνο το κεφάλι χωράει και σφηνώνεται. Το κρατάει με πείσμα εκεί για λίγο ακίνητο και με κίνδυνο να εξαρθρώσει τα σαγόνια της, απολαμβάνοντας την υπέροχη γεύση που την πλημμυρίζει όπως το λούζει με τα σάλια της. Γλυκόπικρη, νόστιμη και ζεστή σα σαλέπι, με το βελούδινο μανιτάρι να το νιώθει να λαγνοτρέμει πάνω στη γλώσσα της όλο ζωή καθώς τα χείλια της κλείνουν γύρω απ’ τη βάση του κι η γλώσσα της εξερευνά το κάτω μέρος του, εκεί πάνω στο χαλινό, κάνοντάς το να τρεμουλιάζει και να πάλλεται ακόμα πιο έντονα. Με μεγάλη προσπάθεια ανοίγει λίγο ακόμα τα σαγόνια της, τεντώνει τα χείλια της στο πλάι και, ναι! Μπαίνει σχεδόν ο μισός κορμός, μπουκώνοντάς την και φτάνοντας μέχρι τον οισοφάγο της κάνοντάς την να αναγουλιάσει. Δεν είναι διατεθειμένη όμως να χαλάσει όλη αυτήν τη μαγεία.

Καταπίνει γρήγορα όσο σάλιο μπόρεσε να μαζέψει, μαζί με τα υγρά που νιώθει να ξεροχύνει το βελούδινο τέρας, παίρνει βαθιά ανάσα, αδιαφορεί για τα μάτια της που αρχίζουν να δακρύζουν απ’ το ζόρι και ξαναρουφάει λαίμαργα το ζωντανό αυτό στειλιάρι, γεμίζοντας μέχρι το δεν πάει άλλο τη στοματική κοιλότητά της. Μένει εκεί να απολαύσει το μεθυστικό αυτό συναίσθημα που στα σαρανταπέντε της της έμελλε να νιώσει, ακούγοντας το αρσενικό ζώο από πάνω της να μουκανίζει, να βαριανασαίνει και να μουρμουρίζει ασυνάρτητα λόγια με κεντρικό σημείο το «Ελπιδάρα μ’, μουνάρα μ’, με ξαπόστειλες», προκαλώντας κάβλα ακόμα και στα αυτιά της. Το όργανό του ζεστό, μυρωδάτο, χορταστικό, γευστικό, πάλλεται όλο ζωή στέλνοντας κύματα λαγνείας σε όλο της το σώμα, κάνοντας το μουνί της να ξεροχύνει χωρίς να το έχει καν αγγίξει, όσο η στρυμωγμένη αλλά ευέλικτη γλώσσα της εξερευνά ενστικτωδώς, πλην όμως ασταμάτητα το κάτω μέρος του, χαϊδεύοντας τις φλέβες που τις νιώθει ανάγλυφες, διατρέχοντας το σκουφί του μανιταριού εκεί στη βάση του και κάνοντάς του ένα γλωσσομασάζ που απογειώνει και την ίδια όσο και εκείνον.

Τι τα θες όμως, η εμπειρία είναι πολύτιμος σύμμαχος, δεν τα ξέρει ακόμα όλα η «Ελπιδάρα», δεν φαντάζεται τι έχει προκαλέσει στον άμοιρο κυρ-Μιχάλη που ούτε στο όνειρό του δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη. Ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, η ψωλάρα αυτή εκρήγνυται αιφνιδιάζοντάς τη. Κύματα πικρόξινου, κολλώδους σπέρματος την κατακλύζουν διεισδύοντας στον λαιμό της, νικώντας αυτήν τη φορά τις αντιστάσεις της, κάνοντάς την ανακλαστικά να προσπαθήσει να αποτραβηχτεί. Με έκπληξή της όμως διαπιστώνει ότι δε μπορεί. Ο κυρ-Παναγιώτης έχει αρπάξει από πίσω το κεφάλι της και προσπαθεί να καρφώσει την ψωλάρα του όσο πιο βαθιά γίνεται, ενώ έχει αποδυθεί σε ένα παραλήρημα βρωμολοχιών, με κεντρικό σημείο την «Ελπιδάρα». Πνίγεται, προσπαθεί να βήξει αλλά στέλνει τον ποταμό του σπέρματος να βγει πυροβολώντας απ’ τη μύτη της, καταπίνει αναγουλιάζοντας όσα μπορεί, η αναπνοή της έχε φράξει απ’ τα υγρά που συσσωρεύονται ασταμάτητα, ενώ ακόμα κι ο βήχας της καταστέλλεται στη γένεση του απ’ την κρεάτινη τάπα που της είχε βουλώσει ερμητικά το στόμα προκαλώντας της ασφυξία και πρήζοντας το πρόσωπό της σε ένα κόκκινο μπαλόνι, σαν της μαϊμούς τον κώλο.

Μετά από μια αιωνιότητα, όπως της φάνηκε, το τέρας σταματάει τελικά κι αποσύρεται, επιτρέποντάς της να πάρει τη μεγαλύτερη ανάσα που πήρε ποτέ τσιμπουκογαμημένη γυναίκα, μια ανάσα που την πνίγει ακόμα πιο πολύ, καθώς όλα τα υγρά απ’ την τραχεία της κατεβαίνουν στα πνευμόνια της ή βγαίνουν απ’ τη μύτη της. Εξαφανίζεται στο μπάνιο. Κάνει αρκετή ώρα να συνέλθει, αλλά τα καταφέρνει αφού πιεί αρκετό νερό, βήξει με την ψυχή της, κλάψει απ’ την καύλα και το πνίξιμο, δεν ξέρει ακριβώς από τι και φυσήξει τη μύτη της σαν τρομπόνι. Επιστρέφει στην κουζίνα ξαλαφρωμένη, αλλά ακόμα καυλωμένη.

Ο κυρ-Παναγιώτης κάθεται στην καρέκλα και καπνίζει με ένα απλανές λάγνο ύφος. Τον πλησιάζει αργά. Ξέχασε προς στιγμήν ότι είναι θεόγυμνη, αλλά το συνειδητοποιεί όταν βλέπει την αστραπή στα μάτια του. Τα παλλόμενα τροφαντά βυζιά της με τις όμορφες τεράστιες ρώγες, η λεπτή μέση της, οι καμπυλωτοί γοφοί της με το ωραίο μουνί, που από ένα γυναικείο καπρίτσιο το έχει πάντα όχι τελείως ξυρισμένο αλλά περιποιημένο, και τα μαλακά, ελαφρά παχουλά, ό,τι πρέπει για χούφτωμα μπούτια της, επιδρούν σαν αφροδισιακό πάνω του. Πετάγεται απ’ την καρέκλα του με την ψωλάρα του πάλι πανέτοιμη να σημαδεύει τον ουρανό. Η «Ελπιδάρα» μαρμαρώνει στη θέα του, όπως μαρμαρώνει κανείς στη θέα ενός ζωντανού φιδιού, δεν περίμενε με τίποτα αυτήν την αντίδραση. Ήταν αποφασισμένη να του ζητήσει να φύγει, αλλά το παλλόμενο τέρας εκεί μπροστά της με τη σταγόνα στην κορυφή του, στέλνει τώρα άλλα σήματα στο κορμί της που ξαναξυπνάνε τις πεταλούδες εκεί χαμηλά, αναζωπυρώνοντας με το πετάρισμά τους τις κοιμισμένες τόσα χρόνια ορμές της...

- Ελπιδάρα μ’, μουνάρα μ’, έφηβο με ξανάκανες! Θα σε ξεσκίσω…

Πριν προλάβει να αντιδράσει, τη γραπώνει με τις δυνατές χερούκλες του κι αρχίζει να τη μπαλαμουτιάζει. Τα χέρια του διατρέχουν όλο της το κορμί, χαϊδεύοντας τα μπούτια της, τρίβοντας το μουνί της παραβιάζοντάς το ελαφρά, σφίγγοντας τα ολοστρόγγυλα κωλομέρια της κι απομακρύνοντάς τα ελαφρά για να αγγίξουν φευγαλέα την κωλοτρυπίδα της προκαλώντας της ρίγη που πρώτη φορά πάλι ένιωσε, αφού πρώτη φορά κάποιος την αγγίζει εκεί, στέλνοντας στους τέσσερις ανέμους τα όποια κατάλοιπα αναστολών της είχαν απομείνει. Το επιτακτικό δάχτυλό του προχωράει προς το μουνί της και χώνεται ελαφρά μέσα της. Η Ελπίδα ετοιμάστηκε να δεχτεί πλήρη διείσδυση, αλλά απογοητεύεται. Το λιπασμένο δάχτυλό του κατευθύνεται ξαφνικά ακόμα πιο κάτω και με μια κίνηση χώνεται αστραπιαία στην κωλοτρυπίδα της. Τα μάτια της Ελπιδάρας ανοίγουν και το στόμα της ξαναγίνεται σαν κουλούρι, καθώς καινούρια ηλεκτρικά κύματα, ξεκινώντας αυτή τη φορά απ’ τον πρωκτό της, διατρέχουν όλο της το κορμί κάνοντας τα μηνίγγια της να βροντάνε και το μουνί της να πλημμυρίζει ξανά.

Όμως ο κυρ-Παναγιώτης δεν ψάχνει σήμερα τον κώλο της. Ξέρει ότι τώρα πια μπορεί να γαμάει και να ξεσπάει σε αυτήν τη όμορφη, καλοστεκούμενη, στερημένη και καυλωμένη νοικοκυρά όποτε θελήσει. Είναι λοιπόν αποφασισμένος να τη χορτάσει ολοκληρωτικά, αλλά βήμα-βήμα. Σήμερα γι’ αρχή θέλει να την παλουκώσει και να ευχαριστηθεί όσο πάει αυτή την όμορφη και παχουλή μουνάρα, με τις μισάνοιχτες όλο προσμονή χειλάρες, που δεν την αισθάνθηκε ακόμα να του αγκαλιάζει φιλόξενα, ζεστά, βελούδινα και στοργικά την ψώλα του.

Σαν πούπουλο, σα μικρό κοριτσάκι τη σηκώνει και την ξαπλώνει στο τραπέζι ανάσκελα, πετώντας κάτω το νεροπότηρο που ευτυχώς δε σπάζει. Η Ελπιδάρα ανοίγει μηχανικά τα ποδάρια της, ξαφνιασμένη απ’ τη γρήγορη εξέλιξη των πραγμάτων, για να δεχτεί την επόμενη στιγμή μια ψωλιά, σωστό παλούκωμα. Τα μάτια της ανοίγουν κι άλλο, καθώς ο κυρ-Παναγιώτης καρφώνεται στα κατάβαθα της μουσκεμένης σπηλιάς της, παραμένοντας εκεί ακίνητος για κάποιες στιγμές, γεμίζοντάς τη με την ευδαιμονία ενός βαθύτατου παλουκώματος που της κόβει και την ανάσα. Δε θέλει να τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή, αλλά δε φαντάζεται τι πραγματικά μπορεί να σημαίνει αυτή η βαθιά διείσδυση για το άμαθο κορμί της, καθώς οι ανεμικές συνευρέσεις της με το μακαρίτη της ήταν της συνταγής του «χώσε-χύσε-φύγε». Ο κυρ-Παναγιώτης αρχίζει ένα ψωλοκοπάνημα, άλλο πράγμα. Γουστάρει τρελά αυτήν τη χωριάτισσα με τα φουσκωτά βυζιά, το ζεστό, φιλόξενο, σφιχτό και στενό απ’ την αγαμία μουνί της που αγκαλιάζει στοργικά τον πούτσο του και διαχέει τη γλύκα του σε όλο του το κορμί.

Τη γαμάει δυνατά, τη γαμάει μεστά, τη γαμάει σαν να μην υπάρχει αύριο, πότε σφίγγοντας τα βυζιά της, πότε τσιμπώντας τις ρώγες της προκαλώντας της κι άλλη ανατριχίλα, πότε σφίγγοντας με τις χούφτες του το μέσα μέρος απ’ τα μπούτια της, εκεί που η γυναίκα είναι εξαιρετικά τρυφερή, προκαλώντας της έναν απίθανα ηδονικό πόνο και πότε γλιστρώντας το χέρι του κάτω απ’ τον πούτσο του, χώνοντας ξαφνικά τον αντίχειρά του στη μουσκεμένη απ’ τα σταλάζοντα υγρά κωλοτρυπίδα της, μη σταματώντας στιγμή το βαθύ παλούκωμα που την πονάει στον τράχηλο, αλλά την οδηγεί παράλληλα σε ηδονικά μονοπάτια ανεξερεύνητα μέχρι τώρα. Το άξεστο και πρωτόγονο γαμήσι, χωρίς προκαταρκτικά παιχνίδια και χαδάκια που της ρίχνει αλύπητα αυτός ο αγροίκος που ξεφυσάει από πάνω της σαν ηλιοβαρεμένος μπετατζής, τη διεγείρει πέρα απ’ τις προσδοκίες της. Νιώθει σαν σεξουαλικό αντικείμενο έτοιμο να δεχτεί οικειοθελώς την εκτόνωσή του και, πράγμα περίεργο, της αρέσει αυτή η αίσθηση της παράδοσης στις ορέξεις του, την αφοπλίζει, τη διεγείρει και την αποπλανεί.

Το σφυροκόπημα κρατάει πολλή ώρα, ο νταβραντισμένος χωριάταρος είχε χύσει ήδη μια φορά στο στόμα της και μπορεί τώρα να κρατηθεί σαν έφηβος, αλλά η Ελπιδάρα όχι! Η ηδονή την πλημμυρίζει, το νιώθει, το αισθάνεται, ζαλίζεται και νιώθει να αιωρείται σε ένα πηχτό σύννεφο που την τυλίγει μαστουρωτικά, αλλά δεν ξέρει πού θα την οδηγήσει. Θα το μάθει όμως αμέσως καθώς ο επερχόμενος οργασμός της, που μόνο ακουστά τον έχει απ’ τις φιλενάδες της, θα την αιφνιδιάσει. Ο πρώτος οργασμός της ζωής της, στα 45 της! Αρχίζει να τραντάζεται, άρχισε να τρεμουλιάζει, να ζαλίζεται, νιώθει ότι πετάει, νιώθει ότι πεθαίνει, λιποθυμάει, χάνεται. Απ’ το μουνί της, απ’ τα λαγόνια της αρχίζουν να ανεβαίνουν ριπές λαγνείας, κραδασμοί ηδονής, μια γλύκα που συνεχώς αυξάνεται καθώς ο ψώλος του όψιμου εραστή της δεν λέει να σταματήσει το σφυροκόπημα, ενώ απ’ το στόμα της βγαίνουν οι ακούσιες οργασμικές λαγνοκραυγές της που απλά αυξάνουν κι άλλο το ψωλοκοπάνημα του Κυρ-Παναγιώτη που απολαμβάνει να κοιτάει τις εκφράσεις της, σκληραίνοντας κι άλλο το μαρκούτσι του, που βελούδινα σκληρό συνεχίζει να μπαινοβγαίνει ασταμάτητα μέσα της.

Χτυπιέται, είναι στα πρόθυρα λιποθυμίας, αισθάνεται να αιωρείται «κάπου» και δεν ξέρει αν πέθανε απ’ την ηδονή ή αν ζει ακόμα όσο το κορμί της τραντάζεται ασταμάτητα απ’ τα αλλεπάλληλα οργασμικά κύματα...

Σιγά σιγά ξανάρχεται στα συγκαλά της. Όχι ότι σταματάει να οργάζεται, απλά επανέρχεται στις αισθήσεις της και στον κόσμο αυτό. Παραμένει όμως σε μια κατάσταση μόνιμης οργασμικής λαγνείας γι’ αρκετά λεπτά ακόμα με το τρέμουλο να την συνταράσσει και τα ηδονικά κύματα να τη μουδιάζουν, όσο το αρσενικό από πάνω της, που λες κι έχει μεταμορφωθεί ολόκληρο σε έναν τεράστιο πούτσο, συνεχίζει με αμείωτη ένταση το βουβαλίσιο βάτεμα που της κάνει πλησιάζοντας στη δική του κορύφωση.

Όμως τότε το αυτί της πιάνει έναν παράταιρο θόρυβο, κάτι σαν μπάλα που πέφτει στο πάτωμα. Δε γελάστηκε, το μάτι της πιάνει φευγαλέα στην πόρτα της κουζίνας τον Χρηστάκη που έχει μπει αθόρυβα και τον παίζει! Άκουσε τους θορύβους του γαμησιού και τους οργασμούς της μάνας του και μπήκε σιγά κι απαρατήρητος. Βλέποντας τη σκηνή, δεν κρατήθηκε και την έβγαλε έξω αρχίζοντας να την παίζει. Όμως με το χύσιμο που έκανε πιτσιλώντας γύρω του σαν σιντριβάνι, του έπεσε η μπάλα κάτω απ’ τη μασχάλη.

Πετάγεται όρθια αφήνοντας τον κυρ-Παναγιώτη κυριολεκτικά με τον πούτσο στο χέρι και τρέχει προς τον γιό της. Είναι γυμνή και οι βύζοι της χτυπιόνται πάνω κάτω, αλλά δεν είναι αυτό τώρα που την ενδιαφέρει. Είναι κόκκινη, κατακόκκινη μέχρι τα αυτιά της.

- Χρηστάκη! Γιατί μπαίνεις έτσι! Ω, θεέ μου, τι ντροπή!

Όμως λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο, ή μάλλον τους δυο ξενοδόχους με τα σηκωμένα μέχρι τον ουρανό πουλιά και τα αλλοπαρμένα μυαλά απ’ τη θέα της. Ο Χρηστάκης δεν αποκρίνεται, ούτε την κοιτάει καν, τα μάτια του έχουν καρφωθεί στις βυζάρες της με τις τεράστιες ρώγες που τόσες μαλακίες έχει τραβήξει για χάρη τους. Τώρα τα έχει ζωντανά μπροστά του να αιωρούνται και να ανεβοκατεβαίνουν απ’ το οργασμικό λαχάνιασμα της μάνας του, δρώντας σαν αφροδισιακό γι’ αυτόν και δε σκοπεύει να αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη. Συνεχίζει να τον παίζει μπροστά της χωρίς αιδώ και χωρίς να την ακούει, απλώνοντας παράλληλα το χέρι του για να χουφτώσει το ένα. Η μάνα του κάνει να τιναχτεί πίσω, όμως τρακέρνει στον κυρ-Παναγιώτη που έχει πλησιάζει παρακολουθώντας τη σκηνή. Δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος για τη διακοπή του βατέματος του, δε σκοπεύει να μείνει ανικανοποίητος και δε σηκώνει κουβέντα.

- Έλα κουτάβι, λέει προς το Χρηστάκη, αφού γουστάρεις, έλα στην παρέα μας...

Αρπάζει ξανά την Ελπιδάρα και την ξαπλώνει μπρούμητα αυτήν τη φορά στο τραπέζι, με τη βία της ανυπομονησίας είναι η αλήθεια και μια δυνατή ξυλιά στον κώλο. Η κωλάρα της λάμπει τώρα τουρλωτή σε όλο της το μεγαλείο με την παλάμη του αποτυπωμένη πάνω της, σφιχτή με τα παχάκια της και τη λίγη κυτταρίτιδα, ικανή να κολάσει και άγιο. Στηρίζεται στους αγκώνες της και συνειδητοποιώντας την κατάσταση, αφήνεται με έναν αναστεναγμό παράδοσης στη μοίρα της, μια μοίρα που δεν ξέρει τι ακόμα της επιφυλάσσει, αν και το φαντάζεται. Πάντως είναι αποφασισμένη να τη δεχτεί, δεν έχει κουράγιο να αντισταθεί, είναι ακόμα κόκκινη απ’ τη ντροπή της και θέλει να την καταπιεί η γη!

Ο κυρ-Παναγιώτης αδιαφορεί για τα ψυχολογικά της. Ρίχνει ένα γερό χούφτωμα στις βυζάρες της που αιωρούνται ακουμπώντας με τις ρώγες στο τραπέζι και με μια δυνατή ψωλιά της τον ξαναχώνει μέχρι τη ρίζα κάνοντάς τη να ξανανοίξει διάπλατα το στόμα της. Το γαμήσι συνεχίζεται απ’ το σημείο που διακόπηκε και ο κυρ-Παναγιώτης ξαναβρίσκει σύντομα το ρυθμό του συνεχίζοντας να τη γαμάει δυνατά σαν ταύρος. Όμως τώρα έχει «κρυώσει» κάπως και είναι αποφασισμένος να το κάνει να διαρκέσει ατέλειωτα, μέχρι που να την πνίξει στα χύσια του. Ακόμα περισσότερο τον καυλώνει ότι τώρα έχει και θεατή και μάλιστα αυτόν τον όμορφο και καλοφτιαγμένο νεαρό γιό της. Κοιτάζει με την άκρη του ματιού του το Χρηστάκη.

Έχει βγάλει όλα του τα ρούχα. Στέκεται δίπλα του γυμνός και την παίζει, μια όμορφη νεαρή ψώλα διόλου ευκαταφρόνητη. Παρακολουθεί το γαμήσι από κοντά, σηκωμένος μάλιστα στις μύτες για να δει καθαρά πώς ο πούτσος του γαμιά της μάνας του μπαινοβγαίνει στη μούνα της. Καθόλου δεν τον νοιάζει αυτή τη στιγμή, ας είναι και η βασίλισσα του χιονιού, η λαγνεία του και η νεανική ορμή του ζητάει τώρα την εκτόνωσή της. Πλησιάζει τον πούτσο του στο κωλομάγουλο της μάνας του, χουφτώνει τον παλλόμενο γλουτό της και με κραυγές ανακούφισης χύνει πάνω του. Ο κυρ-Παναγιώτης χαμογελάει, βουτάει τον αντίχειρά του στο νεανικό σπέρμα κι όπως κρατάει την Ελπιδάρα γερά απ’ τους γοφούς, απ’ τις «λαβές του έρωτα», της χώνει με μιας το λιπασμένο με το σπέρμα του γιού της δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα.

Η Ελπιδάρα καταλαβαίνει απ’ τους ήχους κι απ’ το δάχτυλο στον κώλο της τι συμβαίνει. Δε μπορεί όμως και ούτε θέλει να αντιδράσει, δεν μπορεί ούτε καν να μιλήσει, η ντροπή της την έχει παραλύσει. Η οργασμική διάθεση της έχει φύγει τελείως, η φάση της φαίνεται σαν η πύλη της κολάσεως, πράγμα όμως που δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλον, η Ελπιδάρα είναι πια για τους δύο καυλωμένους το τέλειο γαμοτσούκαλο. Ο Χρηστάκης πλησιάζει απ’ το πλάι και χουφτώνει κι αυτός τους βύζους της, έτσι όπως κρέμονται κι αιωρούνται πέρα δώθε στον ρυθμό του ψωλοκοπανήματος. Τους μαλάζει κλείνοντας τη ρώγα της σφιχτά ανάμεσα στα δάχτυλά του, πονώντας την, αλλά κάνοντας την να ορθωθεί και να σκληρύνει, στέλνοντας ένα ρεύμα να διατρέξει τη ραχοκοκαλιά και τα μυρμήγκια να ξαναρχίσουν να σουλατσάρουν στο κάτω μέρος του κορμιού της Ελπιδάρας, δίνοντας το σήμα ότι όλες οι ηρωικές αποφάσεις της πάνε περίπατο και η ντροπή της όπου να ‘ναι θα θυσιαστεί κι αυτή στον βωμό της λαγνείας.

Ο κυρ-Παναγιώτης χαμογελάει χωρίς να σταματήσει το σφυροκόπημα. Απορεί και ο ίδιος πού τη βρίσκει τόση ικμάδα, ίσως να φταίει που η γυναίκα του δεν του κάθεται πια και αναγκάζεται εδώ και χρόνια να αυτοσχεδιάζει. Αλλά τι να σου κάνουν οι αυτοσχεδιασμοί όταν έχεις εδώ ένα ζεστό, σφιχτό, ζουμερό και όμορφο γυναικείο μουνί! Απλά δε θέλει να τελειώσει ποτέ.

Μια ιδέα του ‘ρχεται. Δίνει άλλη μια δυνατή ξυλιά στα κωλομέρια της Ελπιδάρας, τη σηκώνει εύκολα και την ανεβάζει τοποθετώντας την γονατιστή πάνω στο τραπέζι. Τραβάει ένα μπαούλο που υπάρχει στην κουζίνα κι ανεβαίνει πάνω του φέρνοντας πάλι τον πούτσο του στο ύψος του μουνιού της. Με μιας την ξαναπαλουκώνει βαθιά, ξαναρχίζοντας το ανελέητο σφυροκόπημα και ξαναχώνοντας το δάχτυλό του στην κωλοτρυπίδα της.

- Έλα κουτάβι! Τώρα είναι λεύτερη σε όλα της...

Ο Χρηστάκης την πλησιάζει από μπροστά αυτήν τη φορά. Περνάει και τα δύο του χέρια από κάτω της αρπάζοντας και τα δυο βυζιά. Αρχίζει να τα μαλάζει και να τα σφίγγει σαν αφηνιασμένος, στρίβει τις ρώγες, χτυπάει τα βυζιά μεταξύ τους κάνοντάς τα να αιωρούνται στον ρυθμό που δίνει με τις γαμιές του ο κυρ-Παναγιώτης και μετά πάλι γεμίζει τις χούφτες του με την απαλή, ζεστή και πλούσια σάρκα που δε χορταίνει να την παίρνει μάτι από παιδί.

Η Ελπιδάρα παραδίνεται. Δεν μπορεί πλέον να αντιδράσει σε τίποτα, δεν θέλει να ασχοληθεί με κανένα ηθικό θέμα πια. Το αιθέρια ηδονικό εκείνο συναίσθημα ξανάρχεται, για τίποτα στον κόσμο δεν θα το σταματήσει τώρα, νιώθει να πλημμυρίζει πάλι το Είναι της με ηδονή. Ετοιμάζεται να το προϋπαντήσει χαλαρώνοντας ολόκληρο το κορμί της, ακόμα και την κωλοτρυπίδα της που τώρα κάνει κλουτς κλουτς καθώς το δάχτυλο του κυρ-Παναγιώτη, που την ανοίγει ώρα τώρα, μπαινοβγαίνει πια χωρίς να βρίσκει την παραμικρή αντίσταση.

Άθελα σηκώνει τα μάτια της προς τον γιό της. Το θέαμα που αντικρύζει την φέρνει ένα βήμα απ’ τον δεύτερο οργασμό της. Η ορθωμένη ψωλή του βρίσκεται μια ανάσα απ’ το πρόσωπό της. Μια όμορφη ψωλάρα, νεανική αλλά με τις φλέβες της ήδη σχηματισμένες, χορταστική, ελαφρά γυρτή προς τα πάνω με ένα καλοσχηματισμένο ροζ κεφάλι που γυαλίζει απ’ τα υγρά του, μια ψωλή που σίγουρα θα ξετρελάνει όλα τα κορίτσια. Η μυρωδιά του σπέρματός του φτάνει μέχρι τα ρουθούνια της κάνοντάς την να ανοίξει ασυναίσθητα το στόμα της, αγκομαχώντας συνάμα στον ρυθμό του ατέλειωτου, χωριάτικου σφυροκοπήματος του νταβραντισμένου γαμιά της που γίνεται όλο και πιο έντονο. Νιώθει το μουνί της να έχει γίνει πια κανάτα, αλλά κι ο πούτσος του κυρ-Παναγιώτη δεν πηγαίνει πίσω, θα έλεγε κανείς ότι κι αυτός πρήζεται όσο περνάει η ώρα γεμίζοντας το μουνί της τελείως χωρίς να αφήνει ούτε χαραμάδα ανεκμετάλλευτη.

Τη στιγμή αυτή όμως η ντελικάτη ψωλή μπροστά της εκρήγνυται, απροειδοποίητα και φαινομενικά αναίτια. Όμως αν το καλοσκεφτεί κανείς, ο Χρηστάκης στην ηλικία που βρίσκεται μπορεί να χάνει όσο συχνά θέλει το σπέρμα του, άλλωστε τα βυζιά της μάνας του είναι γι’ αυτόν ιδιαίτερα αφροδισιακά στην αφή κι εξαιρετικά καυλωτικά στο ζούληγμα. Τα χύσια του πετιούνται σε πολλαπλές ριπές περιλούζοντάς τη, με τα περισσότερα να καταλήγουν στο στόμα της που το είχε ανοιχτό βογκώντας.

Αυτό την αποτελειώνει. Το ξεπάτωμα της μούνας της, το αδρό δάχτυλο που οργώνει ώρα τώρα τη σούφρα της, το στρίψιμο στις ρώγες της όσο έχυνε ο γιός της, η γεύση του νεανικού, νόστιμου σπέρματος που προσγειώθηκε στο στόμα της και το κατάπιε με ευχαρίστηση, οι ριπές που προσγειώθηκαν καυτές στο πρόσωπό της και σταλάζουν τώρα απ’ τα μάγουλά της στο λαιμό της κι απ’ τη μύτη της στα χείλια της γαργαλώντας την καυλωτικά και οι ξυλιές που έχει αρχίσει να τη φιλοδωρεί ο γαμιάς της βάζοντας φωτιά στα καπούλια της, ξεχειλίζουν την ηδονή από μέσα της και την παρασύρουν στο δεύτερο οργασμό της ζωής της. Αυτή τη φορά δεν αντιστέκεται, δε σφίγγεται, δεν αιφνιδιάζεται. Αφήνεται να την κατακτήσει, τον καλωσορίζει, αναβλύζει απ’ το αιδοίο της κατακτώντας όλο της το είναι, τρέμει πάλι, σείεται ολόκληρη πλημμυρίζοντας το μουνί της με ακόμα περισσότερα υγρά, τόσο ώστε να ακούγεται τώρα κι από κει ένας έντονος παφλασμός. Τα γόνατά της τρεμοπαίζουν, τα μπράτσα της το ίδιο, η κάψα την καίει ολόκληρη, οι συσπάσεις στο κάτω μέρος του σώματός της τη γεμίζουν πόνο, αγωνία και ηδονή και το καλύτερο είναι ότι όσο ο κυρ-Παναγιώτης συνεχίζει τον χαβά του με το ψωλοκοπάνημα. Ο οργασμός της δε λέει να κοπάσει, είναι σαν να ζει σε μια συνεχή οργασμική κατάσταση που δυναμώνει κι εξασθενεί περιοδικά, ανάλογα με το ρυθμό της γάμευσης της.

Και ο Χρηστάκης; Δεν ησύχασε με το χύσιμό του, είναι ακόμα με την ψωλίνα του όρθια να χύνει σταγόνες απ’ την άκρη της πιτσιλώντας τις δεξιά κι αριστερά. Ούτε αυτός θέλει να τελειώσει αυτή η εμπειρία του, είναι αποφασισμένος να δράξει αυτή τη μια-στα-χίλια-χρόνια ευκαιρία και να εκμεταλλευτεί την αβοήθητη καυλιάρα μάνα του απολαμβάνοντάς τη μέχρι να πέσει και ο ίδιος κάτω.

- Το μουνί της! Θέλω να δω το μουνί της που δεν το έχω δει ακόμα…

ψιθυρίζει στον εαυτό του, αλλά έτσι νομίζει. Η μάνα του τον άκουσε και ξεσπάει σε ένα ακόμα οργασμικό κύμα μόνο με τη σκέψη αυτή. Όμως ο Χρηστάκης κάνει τη σκέψη του πράξη. Με την ευελιξία των νιάτων του ξαπλώνει με την πλάτη στο τραπέζι, γλιστρώντας κάτω απ’ τη μάνα του μέχρι που το κεφάλι του βρίσκεται ακριβώς κάτω απ’ το με μανία γαμευόμενο μουνί της. Από εδώ ακούει καθαρά τους γαμικούς θορύβους και βλέπει το πέος να μπαινοβγαίνει στο δεκτικό αιδοίο που το έχει αγκαλιάσει σφιχτά προσπαθώντας να το απομυζήσει, βλέπει τις φλέβες, νιώθει τη μυρωδιά και των δυο τους. Κάποιες φορές ο κυρ-Παναγιώτης τη βγάζει τελείως και την ξανακαρφώνει με μανία μέχρι να πιάσει πάτο και τότε βλέπει τη μουνοσπηλιά της να περιμένει με αδημονία το γαμευτή της παραμένοντας ανοιχτή μέχρι ο φαλλός να ξαναγλιστρήσει βίαια στη φυσική του θέση. Έχει εκστασιαστεί με το θέαμα, με τον ήχο και τη μυρωδιά, κατεβάζει τα χέρια του χουφτώνοντας πάλι τα βυζιά της για λίγο κι ετοιμάζεται να κατεβάσει το ένα πιο κάτω για να τον παίξει, αλλά δεν προλαβαίνει.

Με το ξάπλωμά του στο τραπέζι η περήφανη ψωλή του έρχεται ακριβώς στο ύψος του προσώπου της. Κατεβάζει τη ματιά της και μέσα απ’ τα δακρυσμένα απ’ την ηδονή μάτια της βλέπει το ροζ κεφάλι του πασαλειμμένο ακόμα με τα χύσια του να τρέμει μπροστά στη μύτη της. Η μυρωδιά είναι υπέροχη, η ψωλή πανέμορφη και η τρεμουλιαστή κίνησή της είναι σαν να την καλεί. Δεν υπάρχει πια επιστροφή, η Ελπιδάρα ανοίγει το στόμα της και ρουφάει με μιας τη νόστιμη ψωλή του γιού της, αρχίζοντας να της κάνει ένα σφιχτό μασάζ με τα χείλια της να κατεβαίνουν προς τη βάση του πούτσου του, χώνοντάς τον όλο σχεδόν μέσα στο στόμα της για να τον ξαναβγάλει και να ξαναξεκινήσει απ’ την αρχή την πορεία της στον κορμό του με τα σφιχτά χείλια της προς τα κάτω. Για πρώτη φορά στη ζωή της έχει δυο ψωλές μέσα της και το απολαμβάνει, για πρώτη φορά κάνει παρτούζα και η αίσθηση είναι υπέροχη. Είχε γίνει ολόκληρη ένα με τη θηλυκότητά της, είχε γίνει ένα με τον οργασμό της που συνεχίζει να πηγαινοέρχεται, νιώθει σα να έχει μεταμορφωθεί ολόκληρη ένα τεράστιο μουνί.

Αυτό όμως είναι και το τέλος. Ένα συγχρονισμένο τέλος. Ο Χρηστάκης νιώθοντας τα υπέροχα χείλια της μάνας του να τον τσιμπουκώνουν τόσο γλυκά, νιώθοντας τα μεστά βυζιά της να γεμίζουν για άλλη μια φορά τις χούφτες του, σηκώνει ελαφρά το κεφάλι του και παίρνει στο στόμα του ένα κουμπάκι που βλέπει εκεί μπροστά του, κάτι σαν μικρό πουτσάκι που εξέχει κι αρχίζει να το πιπιλάει. Η Ελπίδα εκρήγνυται ολόκληρη. Δεν ξέρει τι της συμβαίνει, δεν ξέρει τι είναι αυτό εκεί κάτω που ξαφνικά πετάει κεραυνούς μέσα της προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο οργασμός της είναι αυτήν τη φορά φοβερός και οι κραυγές της τρομερές. Το μουνί της λούζει με όσα υγρά της απέμειναν το πρόσωπο του γιού της, ο οποίος εκτοξεύει αμέσως με τη σειρά του στο στόμα της όσα χύσια δεν έχει βγάλει ποτέ άνθρωπος. Η Ελεονώρα καταπίνει λαίμαργα, σειόμενη απ’ τον οργασμό, κραυγάζοντας, ξαναρουφώντας απ’ την παλλόμενη στο στόμα της ψωλή την επόμενη ριπή, ξανακραυγάζοντας μέσα στην οργασμική δίνη της, αρπάζοντας ξανά την ψωλή στα χείλια της όσο το φρέσκο σπέρμα συνεχίζει να πλημμυρίζει το στόμα της και το πρόσωπό της, για όση ώρα της απομένει ακόμα, αφού νιώθει την παραλυτική λιποθυμιά να την κοντοζυγώνει και να την τυλίγει.

Ο κυρ-Παναγιώτης φυσικά δε μπορεί να κρατηθεί άλλο. Η θέα των δυο ηδονιζόμενων από κάτω του και οι κραυγές τους τον νικάνε τελικά. Αρπάζει την Ελπιδάρα γερά απ’ τους γοφούς πονώντας τη, την παλουκώνει με την ψώλα του όσο βαθιά στη μούνα της γίνεται και μένει εκεί ακίνητος τρομπάροντάς τη με άφθονο σπέρμα, χύνοντας ασταμάτητα λες και βάζει βενζίνη στο τρακτέρ και νιώθοντας τα αρχίδια του να αδειάζουν. Τα χύσια του ξεχύνονται καυτά πλημμυρίζοντας το ξεχειλωμένο πια μουνί που σύντομα δεν χωράει άλλα. Αρχίζουν να ξεχειλίζουν ανάμικτα με τα μουνόζουμα της μάνας του και να στάζουν στο πρόσωπο του Χρηστάκη που δεν πτοείται. Η μυρωδιά και η όψη της ένωσής τους τόσην ώρα τον έχει προετοιμάσει και η κάυλα του που δε λέει να κοπάσει, τον κάνει ιδιαίτερα δεκτικό. Τα δοκίμασε ήδη όσο ρουφούσε πιπιλώντας εκείνο το κουμπάκι που δεν ήξερε τι ήταν και του άρεσαν.

Η φάση είναι τελείως αφροδισιακή για το μικρό που προσπαθεί τώρα να χώσει όσο μπορεί τη γλώσσα του στο μουνί της μάνας του για να ρουφήξει κι άλλα χύσια με μουνόζουμο. Έχει διεγερθεί τόσο πολύ απ’ αυτήν την καινούρια εμπειρία, που αμολάει σχεδόν αμέσως μετά την προηγούμενη, ακόμα μια δόση σπέρματος στο λαιμό της μάνας του, η οποία, νιώθοντας στο μουνί της τις ριπές του κυρ-Παναγιώτη που το ξεχειλίζουν, αισθανόμενη το σφίξιμο στους γοφούς της και το κάρφωμα που της κάνει, νιώθοντας και το ατέλειωτο σπέρμα στο στόμα της να την πλημμυρίζει, παράλληλα με το πιπίλισμα της κλειτορίδας της, ξεσπάει σε μια ακόμα οργασμική κορύφωση, σφίγγοντας και συσπώντας άθελά της, πλην όμως μανιωδώς τον κόλπο της, προκαλώντας μια απρόσμενη, πλην όμως ευπρόσδεκτη για τον κυρ-Παναγιώτη τελευταία γύρα χυσίματος, που τον στραγγίζει κι αυτόν παρατείνοντας για λίγο ακόμα τον οργασμό του.

Η τελευταία πινελιά όμως ανήκει στον Χρηστάκη. Με την ψωλή του να ξεροχύνει ακόμα, πετιέται σαν αίλουρος επάνω και κάνει πράξη την τελευταία του φαντασίωση. Με την αποχώρηση του κυρ-Παναγιώτη βρίσκεται αστραπιαία πίσω της, της την χώνει με τη μια και χάνοντας τελείως τα λογικά του αρχίζει κι αυτός να την βατεύει λυσσασμένα σαν μεγαλόσωμος σκύλος, αρπάζοντάς την απ’ τους τροφαντούς γοφούς της και ξεχύνοντας ήδη με τα πρώτα χτυπήματα ποτάμια από σπέρμα μέσα της που κανείς δεν ξέρει που το βρήκε, ρίχνοντας τελικά και την Ελπιδάρα μισολιπόθυμη απ’ τον παρατεταμένο οργασμό της πάνω στο τραπέζι για να πέσει τελικά κι αυτός ξερός στο πάτωμα με την πάντα ορθωμένη, ακόμα και μετά από τόσα χυσίματα πούτσα του, να σπαρταράει και να ξεροχύνει δεξιά κι αριστερά σα βρύση που σιγοστάζει...

Κείνται ξέπνοοι κι αποκαμωμένοι και οι τρείς. Ησυχία και μυρωδιά ερωτίλας έχει πλημμυρίσει το χώρο. Το καλοκαιρινό τζιτζίκισμα που μπαίνει απ’ το παράθυρο διακόπτεται απ’ τη φωναχτή σκέψη του κυρ-Παναγιώτη.

- Τελικά το γυναικείο μουνί είναι καλύτερο απ’ της προβατίνας...




Copyright protected OW ref: 185601



Δεν έχετε εξουσιοδότηση να δημοσιεύετε σχόλια. Πρέπει να έχετε συνδεθεί.

Τα σχόλια θα περάσουν από διαδικασία έγκρισης.


 

Όροι Χρήσης του XStream || Privacy Policy