Αποποίηση ευθυνών: Όλα τα κείμενα της κατηγορίας, είναι έργα μυθοπλασίας!

Όλα τα κείμενα της κατηγορίας είναι έργα μυθοπλασίας, ανεξάρτητα από το αν ο κάθε συγγραφέας ισχυρίζεται το αντίθετο για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα όσα γράφει. Ονόματα, χαρακτήρες, επιχειρήσεις, τόποι, γεγονότα και περιστατικά, είτε είναι προϊόντα της φαντασίας του συγγραφέα ή τα χρησιμοποιεί για να αποδώσει τα όσα φαντάστηκε. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή πραγματικά γεγονότα, είναι καθαρά συμπτωματική. ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΤΕ ΝΑ ΜΙΜΗΘΕΙΤΕ στην πραγματική ζωή όσα διαβάζετε!

Με τη Βανούλα γνωριζόμαστε εδώ και λίγα χρόνια, ενώ πέρυσι στο τέλος του καλοκαιριού την μύησα στο σεξ (βλ. ιστορία Δύο καλοκαιρινές εβδομάδες με τη Βάνα), όταν τη φιλοξένησα στο εξοχικό μας.

Φέτος η Βανούλα, που σπούδαζε Θεσσαλονίκη και δεχόταν τις ερωτικές επιθέσεις του θείου της, που τη φιλοξενούσε σπίτι του, πήρε το πτυχίο της στην Αρχαιολογία και ξαναγύρισε στο πατρικό της σπίτι στην Αθήνα. Επιτέλους θα ηρεμούσε.

Η Εφούλα αυτές τις μέρες για άλλη μια χρονιά ακολούθησε τους γονείς της στην Πάρο κι έτσι είχα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, αλλά και μοναξιά. Σκέφτηκα ότι θα ήταν μοναδική ευκαιρία να προσφέρω στη Βανούλα λίγες μέρες διακοπές στο εξοχικό μας και σε εμένα, αν ερχόταν, να ξαναζήσω μαζί της όμορφες στιγμές σαν τις περσινές. Όταν της τηλεφώνησα, ένιωσα την χαρά στη φωνή της και αφού πήρε την άδεια από τους γονείς της το ίδιο απόγευμα με επισκέφτηκε.

Την περίμενα για να την παραλάβω στην στάση του λεωφορείου, που φτάνει στην περιοχή που είναι το εξοχικό μας. Κατέβηκε από το λεωφορείο με ένα σακ βουαγιάζ φορώντας ένα πολύ στενό, καρό φορεματάκι, σούπερ μίνι, με μικρά μυτάκια σχίσιμο στα δύο μπούτια, με ραντάκια στους ώμους και ένα φερμουάρ στην πλάτη μέχρι την μέση. Ήταν πολύ όμορφη και σέξι.

Εγώ φορούσα ένα γαλάζιο, κοντό σορτσάκι και από πάνω ένα αμάνικο, λευκό τοπάκι.

Αγκαλιαστήκαμε τρυφερά, της πήρα το σακίδιο και μπήκαμε στο αυτοκίνητό μου και κατευθυνθήκαμε στο σπίτι μας. Είχε περάσει ένας χρόνος από την τελευταία φορά, που ήμασταν εδώ και όσα είχαμε ζήσει και υπήρχε μια αδιόρατη αμηχανία και από τις δύο μας. Την έπιασα από το χέρι και την οδήγησα στο δωμάτιο μου, εκεί που είχαμε πρωτοκάνει έρωτα.

Ακούμπησα στο πάτωμα, μπροστά από την εντοιχισμένη ντουλάπα το σακ βουαγιάζ της και την τράβηξα κοντά μου, φιλώντας απαλά τα χείλη της. Τα μάτια της έκλεισαν στο φιλί μου. Οι αναμνήσεις των ερωτικών μας στιγμών ξαναγύρισαν και στις δύο μας. Την ξαναφίλησα, αυτή τη φορά όχι τόσο τρυφερά, αλλά παίζοντας με την γλώσσα της και δαγκώνοντας το κάτω χείλος της, ενώ είχα κολλήσει πάνω της, σπρώχνοντας τη με την πλάτη της στον τοίχο και με το δεξί μου χέρι να χαϊδεύει πάνω από το φορεματάκι το μικρό της στήθος.

Βόγκηξε και χωρίς να ανοίξει καθόλου τα μάτια της ψιθύριζε: «Ω! Μαρία, Μαρία». Με τρέλαινε για άλλη μια φορά έτσι όπως μου παραδινόταν για άλλη μια φορά.

Θα περνούσαμε για άλλη μια φορά υπέροχες μέρες, ο ένας χρόνος που δεν είχαμε βρεθεί δεν είχε μειώσει την αμοιβαία έλξη στο ελάχιστο, ούτε είχε αλλάξει το πως την εγκατέλειπε κάθε αντίσταση, όταν την άγγιζα. Της ζούληξα το στήθος πιο άγρια αυτή τη φορά, πάντα πάνω από το φορεματάκι και βρήκα τη ρωγίτσα της. Σίγουρα δε φορούσε σουτιέν από κάτω, όπως κι εγώ άλλωστε κάτω από το τοπάκι. Της ξαναδάγκωσα τα κάτω χείλη και τη γύρισα πλάτη στη ντουλάπα με μια κίνηση.

Της τράβηξα το φερμουάρ προς τα κάτω και το φορεματάκι άνοιξε στην πλάτη της μέχρι τη μέση. Σωστά, δε φορούσε σουτιέν. Τα χείλη μου κόλλησαν στη γυμνή της πλάτη και άρχισα να τη φιλάω και να τη γλείφω κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης. Η αναπνοή της είχε γίνει γρήγορη και βαριά. Τα χέρια μου έπιασαν τα ραντάκια από το φόρεμα και τα τράβηξαν προς τα κάτω. Το φορεματάκι έπεσε στο πάτωμα, αποκαλύπτοντας ένα κόκκινο στρινγκάκι και το γυμνό κωλαράκι της.

Πέταξα με μια κίνηση το τοπάκι μου, μένοντας κι εγώ γυμνόστηθη και ξεκούμπωσα το μοναδικό κουμπάκι από το σορτσάκι μου, ρίχνοντας το κι εγώ στο πάτωμα. Δε φορούσα εσώρουχο, ήμουν πια ολόγυμνη και κόλλησα πάνω στην Βανούλα, πιέζοντας τα στήθη μου στην γυμνή της πλάτη, πέρασα τα χέρια μου, χούφτωσα τα στηθάκια της κι άρχισα να τσιμπάω τις ρωγίτσες της, ενώ τα χείλη μου είχαν κολλήσει στο σβέρκο της, φιλώντας την και δαγκώνοντας την απαλά.

- Ω! Μαρία, Μαρία… επανέλαβε ξεψυχισμένα. Ήταν παραδομένη.

Δεν άντεχα άλλο. Την οδήγησα στο κρεβάτι και την έσπρωξα πάνω του. Τα χείλη μου άρχισαν να τη φιλάνε με πάθος, ενώ το χέρι μου συνέχιζε να παίζει με το στήθος της. Ήταν ζαλισμένη, το κεφάλι της γύριζε πάνω στο μαξιλάρι δεξιά – αριστερά. Κατέβηκα στο κορμί της και άρχισα τα φιλιά στο στήθος της, δαγκώνοντας τη ρώγα της και στρίβοντας με τα δάχτυλά μου την άλλη.

Τρανταζόταν ολόκληρη. Άρχισα να φιλάω την κοιλίτσα της, ενώ της κατέβαζα το κόκκινο στρινγκάκι, που ήταν ήδη πλημμυρισμένο από τα υγρά της. Κι εγώ ήμουν μούσκεμα.

Τώρα ήταν κι εκείνη ολόγυμνη. Βούτηξα τη γλώσσα μου στο μουνάκι της και άρχισα να τη γαμάω με την γλώσσα μου, ενώ τα δόντια μου συχνά – πυκνά δάγκωναν την κλειτορίδα της. Βογκούσε και τα χέρια της μου χάιδευαν τα μαλλιά και έσπρωχναν το κεφάλι μου πιο βαθιά μέσα της.

Θυμήθηκα τι της άρεσε και σαλιώνοντας το δάχτυλο μου άρχισα να το σπρώχνω στην πίσω τρυπούλα της. Δεν είχε ακόμη καλά – καλά μπει, όταν ένα δυνατό «Άχ…» βγήκε από τα χείλη της και η Βανούλα άρχισε να χύνει στο στόμα μου τρελαμένη. Είχε ανατριχιάσει ολόκληρη, οι ρωγίτσες της ήταν φουλ καυλωμένες, ενώ το προσωπάκι της, με τα μάτια πάλι κλειστά, είχε πάρει μια γαλήνια ηρεμία.

Της άνοιξα τα πόδια και ξάπλωσα ανάμεσα τους, ενώ τα χέρια μου έπιασαν τα δικά της συγκρατώντας τα πάνω από το κεφάλι της, σαν μια στάση εξουσίας, νιώθοντας την παράδοσή της. Άρχισα να τρίβω τα μουνάκια μας πηγαίνοντας το κορμί μου πάνω – κάτω στο δικό της. Έδεσε τα πόδια της γύρω μου, ενώ συνέχιζε να απολαμβάνει τις στιγμές και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι λαχανιασμένες μας αναπνοές. Ένιωσα, ότι πλησίαζα κι εγώ στην ολοκλήρωση και επιτάχυνα, πιέζοντας πιο δυνατά το μουνάκι της, ενώ παράλληλα τα χείλη μου ενώθηκαν πάλι με τα δικά της.

Αυτό ήταν! «Ναι, ναι Μαρία, ναι αγάπη μου…» ψιθύριζε και τότε, ακούγοντας αυτό το «αγάπη μου» αρχίσαμε να χύνουμε χωρίς έλεγχο και οι δύο.

Πήρα το Αρπακτικό από το κομοδίνο και το ακούμπησα στο μουνάκι της, που ήδη είχε χύσει δύο φορές. Θυμόταν τον δονητή μου, που πέρυσι της είχε πάρει την παρθενιά, γι’ αυτό ίσως και το προσωπάκι της έγινε κόκκινο, όταν το είδε στα χέρια μου.

Δεν ξέρω τι σκεφτόταν, αλλά το έσπρωξα μέσα της και άρχισα να της γαμάω το μουνάκι χωρίς έλεος. Με καύλωνε τόσο πολύ η παράδοσή της. Τα γόνατα της είχαν λυγίσει κι έτσι τώρα έβλεπα και την πίσω τρυπούλα της. Ήμουν βέβαιη, ότι γι’ αυτό πήρε αυτήν την στάση. Και σε εκείνη της άρεσε, την ερέθιζε να της κάνουν έρωτα στο ερωτικό της κωλαράκι. Δε θα την άφηνα παραπονεμένη.

Ήξερα πόσο μου άρεσε κι εμένα και ήξερα πως να την ικανοποιήσω. Έπιασα το Αρπακτικό με το αριστερό μου χέρι, συνεχίζοντας να της γαμάω το μουνάκι όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο γρήγορα, ενώ δύο δάχτυλα από το δεξί μου χέρι, άρχισαν να βασανίζουν πάλι την κωλοτρυπίδα της. Είδα το αδιόρατο χαμόγελο στο προσωπάκι της. «Πουτανίτσα», ξέρω τι θέλεις», σκέφτηκα. Λίγο – λίγο το κωλαράκι της άνοιγε στα δάχτυλά μου και τώρα είχα τα δύο μου δάχτυλα να μπαινοβγαίνουν και να της σκίζουν το κωλαράκι. Βογκούσε, μούγκριζε και χτυπιόταν τώρα πάνω στο κρεβάτι.

- Ναι, ναι, ναι, μη σταματάς…

μου φώναξε κι εγώ έσπρωξα ακόμη πιο βαθιά τα δάχτυλα μου και το Αρπακτικό, νιώθοντας τα δάχτυλά μου σχεδόν να συναντάνε το Αρπακτικό μέσα της.

- Αχ…

ούρλιαξε πάλι και έπεσε ανήμπορη στο κρεβάτι. Είχε ξαναφτάσει. Ξάπλωσα δίπλα της και της χάιδευα τα μαλλιά, φιλώντας τη τρυφερά.

- Καλώς όρισες Βανούλα… της ψιθύρισα.

Είχαμε χαλαρώσει και συζητούσαμε πιο ήρεμες τώρα τα νέα μας. Απόφοιτες πλέον, έτοιμες για τα επόμενα βήματά μας στη ζωή. Άρχισα να τη ρωτάω για τη χρονιά που πέρασε, μετά τη μεταξύ μας φάση, όταν είχε ξαναγυρίσει στη Θεσσαλονίκη. Μου ρώταγε για την Εφούλα – φυσικά θα προτιμούσε να μην υπάρχει Εφούλα, δεν ήξερε για άλλες μου σχέσεις, μου έλεγε για κάποιες γνωριμίες από το ίντερνετ και κάποιες έντονες στιγμές διαδικτυακά μόνο μαζί τους, μου έλεγε φαντασιώσεις που είχε με αυτούς ή μαζί μου, αλλά απέφευγε να μου πει κουβέντα για το θείο της.

Το πρόσωπό της κοκκίνισε, όταν την ρώτησα εγώ ευθέως τι έγινε όλη τη χρονιά μαζί του. Δεν απάντησε. Άρχισα να την πιέζω και επικέντρωσα εκεί τις ερωτήσεις μου.

- Ομολόγησε, της είπα. Θα μου τα πεις όλα.

Άρχισε να ψελλίζει μισόλογα.

- Πες μου, της είπα. Τα πάντα.

- Μαρία, δεν είναι αυτό που νομίζεις. Όλο τον χρόνο με πίεζε, όπως τα προηγούμενα χρόνια. Όλο τον χρόνο έμπαινε στο δωμάτιο μου, όποτε έλειπε η θεία μου ή κοιμόταν βαριά. Πάντα έκανε αυτά, που συνήθιζε να μου κάνει. Με χάιδευε, με έγδυνε, με φίλαγε στο κορμί μου και έβαζε τα δάχτυλά του εδώ κι εκεί, ενώ στο τέλος έχυνε πάνω στα μπούτια μου ή απ’ έξω από τον κώλο μου.

- Συνέχισε, της είπα. Θα μου πεις τα πάντα.

- Μαρία, δεν τον ήθελα, τον σιχαινόμουν, τον μισούσα, αλλά υπήρχαν και φορές που ερεθιζόμουν πολύ. Τα δάχτυλά του με έκαναν να χύνω, αλλά δάγκωνα τα χείλη μου, να μην το καταλάβει. Έκλαιγα στο κρεβάτι, όταν έμενα μόνη, αλλά συνέχιζα από εκεί που με είχε αφήσει. Τον μισούσα, αλλά και δεν ξέρω, κάποιες φορές ήθελα να σταματήσω να αντιστέκομαι, να τον αφήσω να πάρει ότι ήθελε. Εξ άλλου δεν ήμουν πια παρθένα κι ας μην το ήξερε.

- Και;… μη σταματάς, τι δε μου λες.

- Την τελευταία βραδιά, πριν δώσω εξετάσεις στο τελευταίο μάθημα και επιστρέψω στην Αθήνα, είχε ξανάρθει στο δωμάτιο. Ήταν τότε με τους καύσωνες του Ιουλίου. Πρέπει να κοιμόμουν και να είχα ξεσκεπαστεί. Φορούσα μόνο ένα μαύρο, ελαφρύ, κοντό, μεταξωτό νυχτικάκι κι ένα μαύρο στρινγκάκι. Πίστευα, όταν έπεσα για ύπνο, ότι τελευταία βραδιά και πριν από τις εξετάσεις δε θα με ενοχλούσε. Πόσο λάθος έκανα, δεν τον ένοιαζε για τις εξετάσεις μου, το αντίθετο θα προτιμούσε να με έχει ακόμη ένα χρόνο εκεί. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν το κορμί μου και να χύνει πάνω μου.

- Και τι έκανε;… επέμεινα.

- Ξύπνησα από τα χέρια του να τραβάνε προς τα κάτω και να μου βγάζουν το στρινγκάκι και μετά το πρόσωπο του μέσα στο μουνάκι μου. Με έτρωγε και με δάγκωνε κανονικά στην κλειτορίδα, με γαμούσε με τα δάχτυλά του να μπαινοβγαίνουν μέσα μου, χωρίς να μου βγάλει το νυχτικάκι, απλά σηκώνοντας το προς τα πάνω. Εγώ έκλαιγα, δεν ήθελα, στην αρχή.

- Στην αρχή; Δηλαδή μετά ήθελες;

- Μαρία μη με κοιτάζεις έτσι. Σε παρακαλώ. Δεν ήθελα, δεν τον ήθελα αυτόν, αλλά είχα γίνει μούσκεμα, ήμουν πολύ ερεθισμένη. Δαγκωνόμουν να μην ακουστώ, μην ακούσει κάτι η θεία μου, αλλά το κορμί μου με είχε προδώσει.

- Και τι έκανες;

- Του ψιθύριζα και τον ρώταγα «Γιατί το κάνεις αυτό θείε, λυπήσου με».

Τα χέρια μου ακουμπούσαν στους ώμους του, αλλά δεν τον έσπρωχναν μακριά από το μουνάκι μου.

- Σου άρεσε πουτανίτσα, ε;

- Μαρία μη μιλάς έτσι. Δεν άντεχα πια. Με είχε πολύ ερεθίσει.

- Και μετά;

- Μετά έκανε αυτό που μου κάνεις κι εσύ πίσω.

- Σου γάμησε το κωλαράκι Βανούλα;

- Αχ, Μαρία! γιατί μιλάς έτσι; Μόνο το δάχτυλο του έβαλε μέσα, αλλά ήταν αρκετό. Έφτασα και αυτή την φορά δε μπόρεσα να του το κρύψω. Ένιωσε το κορμί μου να φτάνει στα χείλη του και τον ένιωσα πόσο τον ικανοποίησε αυτό. Ήταν η πρώτη φορά, που του έδινα αυτήν την ευχαρίστηση. Είχε γυμνό τον πούτσο του και τον έτριβε πάνω στο μουνάκι μου. Ήθελε μάλλον να φτάσει εκεί, αφού φοβόταν να μπει μέσα και μου το είπε. «Αν δεν ήσουν παρθένα θα σε έσκιζα τώρα, πουτανίτσα» (κι εκείνος έτσι με είπε) «τέσσερα χρόνια τώρα χύνω μόνο για χάρη σου τόσες φορές κάθε μέρα» και τότε τον λυπήθηκα και είπα: «Δεν είμαι παρθένα πια!». Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε και του το εξομολογήθηκα, να τον εκδικηθώ γι’ αυτά τα τέσσερα χρόνια, να τον αποζημιώσω γι’ αυτά τα τέσσερα χρόνια ή για να με ικανοποιήσω εκείνο το βράδυ και να σβήσω την φωτιά, που μου είχε ανάψει.
Δεν άκουσε περισσότερα και οδήγησε τον πούτσο του σκληρό μέσα στο υγρό μου μουνάκι, που για πρώτη φορά ένιωθε έναν άντρα μέσα του. Άρχισε να με γαμάει με ένταση και πάθος, όλο και πιο γρήγορα και μέσα στο σκοτάδι του δωματίου ακούγονταν μόνο τα λαχανιασμένα μας κορμιά. Ευτυχώς δεν άντεξε πολύ, πρόλαβε και βγήκε, με γύρισε μπρούμυτα, ακούμπησε τον πούτσο του ανάμεσα στο κωλαράκι μου (όχι μέσα) κι άρχισε να χύνει εκεί πλημμυρίζοντας με. Μετά πήρε από τα υγρά του και με το δάχτυλό του άρχισε να μου γαμάει την κωλοτρυπίδα, έχοντας ανοίξει τα πόδια μου και βάζοντας με να γονατίσω στο μαξιλάρι, με το κωλαράκι μου στον αέρα, ενώ το χτυπούσε με την παλάμη του και μου έλεγε πολλές πρόστυχες κουβέντες.
Μαρία, μη με κακοχαρακτηρίσεις, αλλά ξαναέχυσα, χάνοντας κάθε έλεγχο. Προσπάθησε να με ξαναγαμήσει, αλλά – λόγω ηλικίας μάλλον – δε μπορούσε να του ξανασηκωθεί κι έτσι απλά με έριξε στο κρεβάτι και μου κατέβασε μέχρι τον αφαλό το νυχτικάκι και μετά χύμηξε στα στήθη μου και τα φίλαγε, τα έγλειφε, τα δάγκωνε, ενώ έτριβε ότι είχε μείνει από τον πούτσο του πάνω μου, στο μουνάκι μου, χωρίς να ξαναμπεί. Με άφησε μετά από καμιά ώρα κι έτσι πρόλαβα να κοιμηθώ λίγο και να δώσω εξετάσεις την άλλη μέρα. Ευτυχώς ήταν τελευταία βραδιά και μετά επέστρεψα Αθήνα. Θα με συγχωρέσεις;

- Θα το κάνω, της είπα φιλώντας την γλυκά, αλλά τις μέρες που θα είμαστε μαζί, θα είσαι η ανιψιά μου και θα είμαι ο θείος σου και θα σου γαμάω και το μουνάκι και το κωλαράκι, όσες φορές θέλω κάθε μέρα και κάθε νύχτα. Και ίσως φέρω κι έναν φίλο μου να σε πάρουμε μαζί πουτανίτσα μου. Σύμφωνες;

- Μαρία, τι λες;…

με κοίταξε με απορία, αλλά και αναστάτωση, αφού το κορμάκι της είχε πάλι ανατριχιάσει, όπως την ώρα, που μου διηγήθηκε τη φάση με το θείο της.

- Πάμε στη μπανιέρα τώρα και μετά να ετοιμαστούμε για έξοδο, έχουμε καιρό να πούμε τα υπόλοιπα.

Τη φίλησα στα χείλη, τσιμπώντας το στηθάκι της και την έπιασα από το χέρι να πάμε στο μπάνιο. Είχα πια πολλές ιδέες γι’ αυτές τις μέρες και ίσως κάποιος από τους φίλους μου να ήταν ο τυχερός, να του πραγματοποιήσω κάποια άγρια φαντασίωση.




Copyright protected OW ref: 185605



Δεν έχετε εξουσιοδότηση να δημοσιεύετε σχόλια. Πρέπει να έχετε συνδεθεί.

Τα σχόλια θα περάσουν από διαδικασία έγκρισης.


 

Όροι Χρήσης του XStream || Privacy Policy